Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑ

Ζούμε σε μια κοινωνία με οργάνωση ιεραρχική, τόσο στην εργασία, την παραγωγή, την επιχείρηση όσο και στη διοίκηση, την πολιτι­κή, το Κράτος ή ακόμα και στην εκπαίδευση και την επιστημονική έρευνα. Ή ιεραρχία δεν είναι εφεύρεση της σύγχρονης κοινωνίας.  Οι καταβολές της είναι πολύ μακρινές παρόλο που δεν υπήρχε πάντα, παρόλο που υπήρξαν μη ιεραρχικές κοινωνίες που λειτούργησαν θαυμάσια. Αλλά στη σύγχρονη κοινωνία το ιεραρχικό (ή, πράγμα που είναι περίπου το ίδιο, γραφειοκρατικό) σύστημα έγινε πρακτικά καθολικό. Οποιαδήποτε συλλογική δραστηριότητα, από τη στιγμή πού υπάρχει, οργανώνεται με βάση την ιεραρχική αρχή, και η ιεραρ­χία της εντολής και της εξουσίας ταυτίζεται όλο και περισσότερο με την ιεραρχία των μισθών και των αποδοχών. Έτσι οι άνθρωποι δεν μπορούν πια να φανταστούν πώς θα μπορούσε να 'ναι κι αλλιώς, πώς θα μπορούσαν και οι ίδιοι να καθορίζονται διαφορετικά και όχι ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχική πυραμίδα.

Οι υποστηρικτές του σημερινού συστήματος προσπαθούν να το δι­καιολογήσουν σαν το μόνο «λογικό», «ορθολογικό», «οικονομικό» σύστημα. Έχουμε κιόλας επιχειρήσει να δείξουμε πώς αυτά τα  «επιχειρήματα»  δεν έχουν την παραμικρή αξία και δεν δικαιολογούν τί­ποτα,  πως είναι ψευδή αν τα εξετάσει κανείς ένα προς ένα, και αντιφατικά αν εξεταστούν συνολικά.1 Θα έχουμε την ευκαιρία να αναφερθούμε και πάλι σ' αυτό παρακάτω. Αλλά παρουσιάζουν το σημε­ρινό σύστημα σαν να είναι το μόνο δυνατό σύστημα, αυτό πού δήθεν επιβάλλουν οι αναγκαιότητες της σύγχρονης παραγωγής, η πολυπλο­κότητα της κοινωνικής ζωής, η μεγάλη κλίμακα όλων των δραστηριο­τήτων κλπ. Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι αυτό δεν ισχύει και ότι η ύπαρξη μιας ιεραρχίας είναι ριζικά αντίθετη με την αυτοδιαχεί­ριση.

ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ (Η συλλογική απόφαση και το πρόβλημα της εκπροσώπησης)

Τι σημαίνει κοινωνικά το ιεραρχικό σύστημα; Σημαίνει πως ένα στρώμα του πληθυσμού διευθύνει την κοινωνία ενώ οι υπόλοιποι εκτελούν απλώς τις αποφάσεις του. Σημαίνει επίσης πως αυτό το στρώμα, που παίρνει τις μεγαλύτερες αμοιβές, επωφελείται από την παραγωγή και την εργασία της κοινωνίας πολύ περισσότερο από τούς άλλους. Με λίγα λόγια, σημαίνει πως η κοινωνία διαιρείται σε ένα στρώμα που κατέχει την εξουσία και τα προνόμια, και στο  υπό­λοιπο που τα στερείται. Η ιεράρχηση ή ο γραφειοκρατισμός- oλων των κοινωνικών δραστηριοτήτων είναι σήμερα η μορφή της διαίρεσης της κοινωνίας, που κυριαρχεί όλο και περισσότερο· συνε­πώς, είναι ταυτόχρονα αποτέλεσμα και αιτία της σύγκρουσης που δι­χάζει την κοινωνία.
Αν τα πράγματα έχουν έτσι,  είναι γελοίο να αναρωτιέται κανείς αν η αυτοδιαχείριση, η λειτουργία και η ύπαρξη ενός αυτοδιαχειριζόμενου κοινωνικού συστήματος, συμβιβάζεται με τη διατήρηση της ιεραρχίας.  Είναι εξίσου γελοίο με το να αναρωτιέται κανείς αν η κα­τάργηση του σημερινού ποινικού συστήματος συμβαδίζει με τη διατή­ρηση των δεσμοφυλάκων, των αρχιφυλάκων και των διευθυντών φυ­λακών. Όπως όμως ξέρουμε, αυτό που εννοείται είναι καλύτερο όταν λέγεται.  Πολύ περισσότερο όταν εδώ και χιλιάδες χρόνια μπο­λιάζουν το πνεύμα των ανθρώπων, από την πιο τρυφερή τους ηλικία, με την ιδέα ότι είναι «φυσικό» οι μεν να διατάζουν και οι δε να εκτελούν, οι μεν να έχουν αρκετά παραπανίσια και οι δε ούτε τα απαραίτητα.
Θέλουμε μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία. Τί σημαίνει αυτό; Ση­μαίνει μια κοινωνία που να διαχειρίζεται τον εαυτό της, δηλαδή μια κοινωνία πού αυτοδιευθύνεται. Αλλά αυτό πρέπει να το κάνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένο. Μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία είναι μια κοινωνία στην οποία όλες οι αποφάσεις παίρνονται από το σύνο­λο το οποίο κάθε φορά άφορα το αντικείμενο αυτών των αποφάσεων. Δηλαδή ένα σύστημα όπου εκείνοι που ασκούν κάποια δρα­στηριότητα αποφασίζουν συλλογικά τι πρέπει να κάνουν και πως θα το κάνουν, με μόνα όρια εκείνα που τους χαράζει η συνύπαρξή τους με άλλες συλλογικές μονάδες. Έτσι, τις αποφάσεις που αφορούν τούς εργαζομένους ενός εργαστηρίου πρέπει να τις παίρνουν οι εργαζόμενοι αυτού τού εργαστηρίου· τις αποφάσεις που αφορούν ταυτό­χρονα πολλά εργαστήρια πρέπει να τις παίρνει το σύνολο των εργα­ζομένων σ' αυτά ή οι αιρετοί και ανακλητοί εκπρόσωποι του·  τις αποφάσεις όλης της επιχείρησης, όλο το προσωπικό της επιχείρησης, τις αποφάσεις που αφορούν μια συνοικία, οι κάτοικοι της συνοικίας, και τις αποφάσεις που αφορούν ολόκληρη την κοινωνία,  να τις παίρ­νει το σύνολο των άντρων και των γυναικών που ζουν στην κοινωνία αυτή.
Αλλά τι σημαίνει «αποφασίζω»;
Αποφασίζω σημαίνει αποφασίζω εγώ ο ίδιος. Δεν σημαίνει αφήνω την απόφαση σε «κατάλληλους ανθρώπους» που υφίστανται κά­ποιον έλεγχο. Ούτε σημαίνει υποδεικνύω τους ανθρώπους που θα αποφασίσουν. Επειδή ο γαλλικός λαός εκλέγει μια φορά στα πέντε χρόνια εκείνους που κάνουν τους νόμους, δεν σημαίνει ότι κάνει αυ­τός ο ίδιος τους νόμους.  Επειδή εκλέγει κάθε επτά χρόνια εκείνον που θα αποφασίσει για την πολιτική της χώρας, δεν σημαίνει πως αποφασίζει ο ίδιος ο λαός την πολιτική αυτή. Δεν αποφασίζει- ξενώνει την εξουσία του να παίρνει αποφάσεις μέσω «εκπροσώπων» που, εξαιτίας αυτού ακριβώς του γεγονότος, δεν είναι ούτε μπορεί να εί­ναι οι εκπρόσωποι του. Βέβαια ο καθορισμός εκπροσώπων ή αντιπροσώπων από τα διάφορα σύνολα, όπως και η ύπαρξη οργάνων -επιτροπές ή συμβούλια- που σχηματίζονται από αυτούς τους εκπρο­σώπους, θα είναι σε πάμπολλες περιπτώσεις απαραίτητος. Αλλά θα εναρμονίζεται με την αυτοδιαχείριση μόνον αν αυτοί οι αντιπρόσωποι εκπροσωπούν πράγματι το σύνολο από το όποιο προέρχονται -πράγμα που σημαίνει ότι υπόκεινται στην εξουσία του.  Αυτό λοιπόν συνεπάγεται πως το σύνολο αυτό δεν τους εκλέγει απλώς αλλά μπο­ρεί επίσης να τους ανακαλέσει όποτε το κρίνει απαραίτητο.
Όταν λοιπόν λέει κανείς πως υπάρχει μια ιεραρχία της εντολής την οποία απαρτίζουν οι «κατάλληλοι άνθρωποι»,  που αξιωματικά δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθούν ή όταν λέει πως υπάρχουν «εκπρόσωποι» που δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθούν για μια ορισμένη περίοδο (και οι οποίοι, όπως αποδεικνύει η εμπειρία, πρα­κτικά μένουν στις θέσεις τους για πάντα) -είναι σαν να λέει πως δεν υπάρχει ούτε αυτοδιαχείριση ούτε καν «δημοκρατική διαχείριση». Είναι δηλαδή σαν να λέει πως το σύνολο το διευθύνουν άνθρωποι που στο εξής έχουν αποκλειστική και ειδικευμένη υπόθεση τους τη διεύθυνση των κοινών υποθέσεων και, δικαιωματικά ή εκ των πραγ­μάτων, ξεφεύγουν από την εξουσία του συνόλου.

Συλλογική απόφαση, κατάρτιση και πληροφόρηση

Από την άλλη μεριά, αποφασίζω σημαίνει αποφασίζω έχοντας επίγνωση.  Αν κάποιος ή κάποιοι διαθέτουν μόνον αυτοί τις απαραίτητες πληροφορίες και καθορίζουν τα κριτήρια για να ληφθεί μια απόφαση, τότε δεν αποφασίζει το σύνολο έστω κι αν τυπικά «ψηφί­ζει». Αυτό σημαίνει πώς εκείνοι πού αποφασίζουν, οφείλουν να κα­τέχουν όλες τις σημαντικές πληροφορίες.  Σημαίνει επίσης πως μπο­ρούν να καθορίσουν οι ίδιοι τα κριτήρια σύμφωνα με τα  οποία αποφασίζουν.  Γι' αυτό απαιτείται να έχουν την ευρύτερη δυνατή κα­τάρτιση. Αλλά η ιεραρχία της εντολής συνεπάγεται πως εκείνοι που αποφασίζουν, κατέχουν -ή μάλλον ισχυρίζονται πως έχουν-  το μονο­πώλιο των πληροφοριών και της κατάρτισης, και οπωσδήποτε έχουν μια προνομιούχα πρόσβαση προς αυτές.  Η  ιεραρχία βασίζεται σ' αυτό και τείνει σταθερά να το αναπαράγει. Γιατί σε μια ιεραρχική οργάνωση όλες οι πληροφορίες ανεβαίνουν από τη βάση προς την κορυφή και δεν επιστρέφουν στη βάση ούτε κυκλοφορούν (στην πραγ­ματικότητα κυκλοφορούν αλλά ενάντια στους κανόνες της ιεραρχικής οργάνωσης).  Και όλες οι αποφάσεις κατεβαίνουν από την κορυφή στη βάση, που το μόνο που έχει να κάνει είναι να τις εκτελέσει. Η  ιεραρχία της εντολής και το ότι αυτές οι δύο κυκλοφορίες γίνονται μονόδρομα είναι το ίδιο περίπου πράγμα: η κορυφή συλλέγει και απορροφά όλες τις πληροφορίες που ανεβαίνουν προς αυτήν, και αναδιανέμει στους εκτελεστές το ελάχιστο μόνο των πληροφοριών που απαιτούνται για την εκτέλεση των διαταγών της, οι οποίες  απορρέουν από αυτήν και μόνον. Σε μια τέτοια κατάσταση είναι πα­ράλογο να σκέφτεται κανείς πως θα μπορούσε να υπάρξει αυτοδια­χείριση ή έστω «δημοκρατική διαχείριση».
Πως είναι δυνατόν να αποφασίσουμε αν δεν έχουμε τις πληροφο­ρίες που είναι απαραίτητες για να ληφθεί μια σωστή απόφαση;  Και πως είναι δυνατόν να μάθουμε να αποφασίζουμε όταν πάντοτε μας περιορίζουν στην εκτέλεση των αποφάσεων που πήραν άλλοι; Από τη στιγμή που εγκαθιδρύεται ιεραρχία της εντολής η συλλογικότητα γίνεται αδιαπέραστη για τον ίδιο της τον εαυτό, με αποτέλεσμα μια τεράστια σπατάλη -κι αυτό επειδή οι απληροφόρητοι ή κακά πληρο­φορημένοι εργαζόμενοι δεν ξέρουν αυτό πού θα 'πρεπε να ξέρουν για να δουλέψουν σωστά, και κυρίως επειδή οι συλλογικές ικανότητες της υποδιεύθυνσης, όπως και η δημιουργικότητα και η πρωτοβου­λία, που τυπικά είναι προνόμια της διεύθυνσης, συναντούν εμπόδια και απαγορεύσεις σε όλα τα επίπεδα.
Συνεπώς είναι αντίφαση να θέλουμε την αυτοδιαχείριση -ή ακόμα και την απλή «δημοκρατική διαχείριση»- και ταυτόχρονα να ζητάμε να συνεχίσει να υπάρχει ιεραρχία της εντολής.   Θα ήταν πολύ πιο συ­νεπές,  σε τυπικό επίπεδο, να λέμε ότι ακριβώς λένε και οι υπερασπι­στές του σημερινού συστήματος:  η ιεραρχία της εντολής είναι απαραίτητη και, συνεπώς, είναι αδύνατον να υπάρξει αυτοδιαχειριζόμε­νη κοινωνία.
Μόνο που αυτό είναι λάθος.  Αν εξετάσει κανείς τις λειτουργίες της ιεραρχίας -δηλαδή σε τι χρησιμεύει- διαπιστώνει πως στο μεγαλύτερο μέρος τους δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα και υπάρχουν μόνο σε συνάρτηση με το σημερινό κοινωνικό σύστημα- όσον αφορά τις υπόλοιπες, οι λειτουργίες της ιεραρχίας που έχουν κάποιο νόημα και κάποια χρησιμότητα για μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία θα μπορούσαν εύκολα να περάσουν στα χέρια του συνόλου. Στα πλαίσια αυτού τού κειμένου δεν μπορούμε να εξετάσουμε πλήρως αυτό το ζή­τημα. Θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε ορισμένες σημαντικές πλευ­ρές του αναφερόμενοι κυρίως στην οργάνωση της επιχείρησης και της παραγωγής.    
Μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες της σημερινής ιεραρχίας είναι η οργάνωση του καταναγκασμού.  Στη δουλειά για παράδειγμα είτε πρόκειται για τα εργαστήρια είτε για τα γραφεία,  ένα ουσιαστι­κό μέρος της «δραστηριότητας» του ιεραρχικού οργάνου -από τούς αρχιεργάτες μέχρι τη διεύθυνση-  είναι η επιτήρηση,  ο έλεγχος,  η επιβολή ποινών, η άμεση ή έμμεση επιβολή της «πειθαρχίας» και η άψο­γη εκτέλεση των εντολών της διεύθυνσης. Γιατί όμως χρειάζεται να οργανώνει τον καταναγκασμό, γιατί χρειάζεται να υπάρχει κατανα­γκασμός; Διότι σε γενικές γραμμές οι εργαζόμενοι δεν ρίχνονται με αυθόρμητο ενθουσιασμό να εκτελέσουν αυτά που η διεύθυνση θέλει να κάνουν.  Γιατί αυτό;  Διότι ούτε η εργασία τους ούτε το προϊόν της τους ανήκουν, διότι νιώθουν ότι τους ξενώνουν και τους εκμεταλλεύονται,  διότι δεν αποφάσισαν οι ίδιοι αυτό που κάνουν και τον τρόπο με τον οποίο το κάνουν, ούτε και τι θα γίνει αυτό που κάνουν. Με λίγα λόγια, επειδή υπάρχει διαρκής σύγκρουση μεταξύ εκείνων που εργάζονται και εκείνων που διευθύνουν την εργασία των άλλων και την καρπώνονται.  Συνεπώς, για να συνοψίσουμε:  η ιεραρχία χρειάζεται για να οργανώνει τον καταναγκασμό, και ο καταναγκασμός χρειάζεται επειδή υπάρχει διαίρεση και σύγκρουση, δηλαδή επειδή υπάρχει ιεραρχία.
Πιο γενικά,  παρουσιάζουν την ιεραρχία απαραίτητη για τη ρύθμι­ση των συγκρούσεων, κρύβοντας το ότι η ίδια η ύπαρξη της ιεραρ­χίας είναι η πηγή της διαρκούς σύγκρουσης. Γιατί,  όσο θα υπάρχει ένα ιεραρχικό σύστημα,  θα υπάρχει αναγκαστικά διαρκής αναζωπύρωση μιας ριζικής σύγκρουσης μεταξύ ενός διευθυντικού και προνο­μιούχου στρώματος και των υπόλοιπων κατηγοριών που περιορίζο­νται σε ρόλους εκτελεστή.
Λέγεται πως, αν δεν υπάρχει καταναγκασμός, δεν θα υπάρχει πει­θαρχία, πως ο καθένας θα κάνει ότι του καπνίσει, πως θα βυθιστού­με στο χάος. "Όλα αυτά είναι μια ακόμα σοφιστεία. Το ζήτημα δεν είναι να μάθουμε αν η πειθαρχία ή,  καμιά φορά, και ο καταναγκα­σμός χρειάζονται.  Το ζήτημα είναι ποιά πειθαρχία,  ποιοί την έχουν αποφασίσει, ποιοί την ελέγχουν, με ποιές μορφές και με ποιούς στό­χους. "Όσο περισσότερο οι στόχοι της πειθαρχίας είναι ξένοι προς τις επιθυμίες εκείνων που οφείλουν να τους πραγματοποιήσουν,  τόσο πιο ξένες τους είναι οι αποφάσεις που αφορούν αυτούς τους στόχους και οι μορφές της πειθαρχίας,  και τόσο μεγαλύτερη ανάγκη κατανα­γκασμού υπάρχει για να τις σεβαστούν.
Αυτοδιαχειριζόμενο σύνολο δεν είναι ένα σύνολο χωρίς πειθαρχία αλλά ένα σύνολο που αποφασίζει το ίδιο την πειθαρχία του και, σε οριακές περιπτώσεις, τις ποινές πού πρέπει να υποστούν εκείνοι που την παραβιάζουν αυθαίρετα.  Ειδικότερα σε ότι άφορα την εργασία, δεν είναι δυνατόν να συζητήσουμε με σοβαρότητα αυτό το ζήτημα εφόσον παρουσιάζουμε την αυτοδιαχειριζόμενη επιχείρηση αυστηρά ταυτόσημη με τη σύγχρονη επιχείρηση, με μόνη διαφορά την άρση τού ιεραρχικού της θώρακα. Στη σημερινή επιχείρηση επιβάλλουν στους ανθρώπους μια δουλειά που τους είναι ξένη και για την οποία δεν έχουν τίποτα να πουν. Το περίεργο δεν είναι που αγωνίζονται εναντίον της· το περίεργο είναι που δεν αγωνίζονται εναντίον της πολύ περισσότερο από όσο αγωνίζονται. Δεν είναι δυνατόν να πιστέ­ψουμε πως η στάση τους απέναντι στη δουλειά θα παραμείνει η ίδια όταν η σχέση τους με αυτή τη δουλειά θα αλλάξει και θα αρχίσουν να την παίρνουν στα δικά τους χέρια.  Από την άλλη μεριά,  ακόμα και στη σημερινή επιχείρηση δεν υπάρχει μία πειθαρχία . Υπάρχει η πειθαρχία την οποία προσπαθεί ακατάπαυστα να επιβάλλει το ιεραρχικό όργανο με τη βία και με χρηματικές κυρώσεις.  Και υπάρχει και η πολύ λιγότερο φανερή αλλά εξίσου ισχυρή πειθαρχία που γεννιέται μέσα στις ομάδες εργαζόμενων ενός συνεργείου ή ενός εργαστηρίου, μια πειθαρχία που δεν ανέχεται ούτε εκείνους που δου­λεύουν πολύ ούτε αυτούς που δεν δουλεύουν αρκετά. Ποτέ οι ανθρώπινες ομάδες δεν ήταν,  ούτε είναι,  χαοτικά συμφύρματα ατόμων με μοναδικό τους κίνητρο τον εγωισμό και σε διαρκή σύγκρουση με­ταξύ τους, όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι ιδεολόγοι του καπιταλισμού και της γραφειοκρατίας, που μ' αυτές τις αντιλήψεις δεν εκφράζουν παρά τη δική τους νοοτροπία.  Στις ομάδες,  και κυρίως σ' εκείνες που έχουν ένα σταθερό κοινό έργο, εμφανίζονται πάντοτε κάποιες νόρμες συμπεριφοράς και μία συλλογική πίεση που τις κάνει σεβαστές.

Αυτοδιαχείριση, ειδημοσύνη και απόφαση

 "Ας έρθουμε τώρα στην άλλη θεμελιώδη λειτουργία της ιεραρχίας που εμφανίζεται ανεξάρτητη από τη σημερινή κοινωνική δομή: τις λειτουργίες απόφασης και διεύθυνσης. Το ερώτημα πού δημιουργεί­ται, είναι το εξής: γιατί δεν θα μπορούσαν τα συγκεκριμένα σύνολα να επιτελούν τα ίδια αυτές τις λειτουργίες, να αυτοδιευθύνονται και να αποφασίζουν τα ίδια για τον εαυτό τους,  γιατί θα πρέπει να υπάρχει ένα ιδιαίτερο στρώμα ανθρώπων που αποφασίζουν και διευ­θύνουν οργανωμένοι σ' ένα ξεχωριστό όργανο;  Σ' αυτό το ερώτημα οι υποστηρικτές του σημερινού συστήματος δίνουν δύο είδη απαντήσεων.  Από τη μια μεριά επικαλούνται τη «γνώση» και την «ειδημοσύνη»:  πρέπει να αποφασίζουν εκείνοι που ξέρουν ή που είναι ειδή­μονες.  Από την άλλη, υποστηρίζουν, χωρίς να το λένε και πολύ ανοιχτά,  πως είναι απαραίτητο να αποφασίζουν ορισμένοι γιατί αλλιώς θα βουλιάζαμε στο χάος, με άλλα λόγια, υποστηρίζουν πως το σύνολο δεν είναι ικανό να αυτοδιευθύνεται.
Κανείς δεν αρνείται τη σπουδαιότητα της γνώσης και της ειδημοσύνης ούτε, πολύ περισσότερο,  ότι σήμερα ένα ορισμένο πεδίο γνώ­σης και ένα ορισμένο πεδίο ειδημοσύνης είναι προνόμιο μιας μειοψη­φίας.  Αλλά κι εδώ ακόμα επικαλούνται αυτά μόνο και μόνο για να συγκαλύψουν τις σοφιστείες τους.  Εκείνοι πού στο σημερινό σύστη­μα διευθύνουν δεν είναι γενικά εκείνοι που έχουν την περισσότερη γνώση και ειδημοσύνη.  Διευθύνουν εκείνοι που φάνηκαν ικανοί να αναρριχηθούν στο ιεραρχικό όργανο ή εκείνοι που, σε συνάρτηση με την οικογενειακή καταγωγή τους ή την κοινωνική τους προέλευση, μπήκαν από την αρχή κιόλας στο δρόμο τους από τη στιγμή που απέ­κτησαν κάποια διπλώματα. Και στις δύο περιπτώσεις η «ειδημοσύνη» που απαιτείται, για να παραμείνει κανείς ή να αναρριχηθεί στην Ιεραρχία,  αφορά πολύ περισσότερο την ικανότητα του να αμύνεται και να νικά στην ανταγωνιστική μάχη που δίνουν άτομα, κλίκες και φατρίες στους κόλπους του ιεραρχικού-γραφειοκρατικού οργάνου, παρά την ικανότητα του να διευθύνει μία συλλογική δουλειά. Κατά δεύτερο λόγο, αν κάποιος ή κάποιοι κατέχουν τεχνική ή επιστημονική γνώση ή ειδημοσύνη, ο καλύτερος τρόπος για να γίνουν χρήσιμοι δεν είναι αναγκαστικά να τους εμπιστευθούμε τη διεύθυνση ενός συ­νόλου δραστηριοτήτων. Μπορεί κάποιος να είναι εξαιρετικός μηχα­νικός στην ειδικότητα του χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι ικανός να «διευθύνει» το σύνολο ενός τμήματος κάποιου εργοστασίου. Είναι απλό να το καταλάβει κανείς, αρκεί να ρίξει μία ματιά σ' αυτό που συμβαίνει σήμερα. Οι τεχνικοί και οι ειδικοί κινούνται γενικά στα πλαίσια του ιδιαίτερου τομέα τους. Οι «διευθύνοντες» συγκεντρώ­νουν γύρω τους ορισμένους τεχνικούς συμβούλους, μαζεύουν τις γνώμες τους σχετικά με τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν (γνώ­μες που συχνά αποκλίνουν) και τελικά «αποφασίζουν». Εδώ βλέ­πουμε ξεκάθαρα το παράλογο του επιχειρήματος. Ό «διευθύνων», αν αποφάσιζε σε συνάρτηση με τη «γνώση» του και την «ειδημοσύνη» του, θα έπρεπε να γνωρίζει τα πάντα, να είναι ειδήμονας στα πάντα, είτε αποφασίζει ό ίδιος άμεσα είτε πρόκειται να αποφασίσει ποια από τις απόψεις των ειδικών είναι η καλύτερη. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο -στην πραγματικότητα οι διευθύνοντες αποφασίζουν αυθαίρετα, σύμφωνα με την «κρίση» τους.  Αλλά δεν υπάρχει κανέ­νας λόγος να είναι η «κρίση» του ενός καλύτερη από την κρίση ενός αυτοδιαχειριζόμενου συνόλου,  κρίση που θα τη δημιουργούσε πραγ­ματική πείρα, απείρως ευρύτερη από την πείρα ενός ατόμου.

Αυτοδιαχείριση, εξειδίκευση και ορθολογικότητα

Η γνώση και η ειδημοσύνη είναι εξ ορισμού εξειδικευμένες, και καθημερινά γίνονται όλο και πιο πολύ. Ο  τεχνικός ή ο ειδικός, έξω από το πεδίο της ειδικότητας του, δεν είναι περισσότερο ικανός από οποιοδήποτε άλλο άτομο να πάρει σωστή απόφαση· Άλλωστε, ακόμα και στο πεδίο της ειδικότητας του, η άποψη του είναι αναγκαστικά περιορισμένη. Από τη μια μεριά δεν γνωρίζει τα άλλα πεδία, που οπωσδήποτε επηρεάζουν το δικό του, και τείνει φυσικά να τα αγνοεί. Έτσι, τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στις σημερινές δημόσιες υπηρε­σίες, το ζήτημα του  «οριζόντιου»  συντονισμού των υπηρεσιών διεύ­θυνσης είναι ένας ατέλειωτος εφιάλτης.  Εδώ και πολύν καιρό αναγκάστηκαν να φτιάξουν ειδικούς επί τού συντονισμού για να συντο­νίζουν τις δραστηριότητες των ειδικών της διεύθυνσης - που αποδεικνύονται έτσι ανίκανοι να  αυτοδιευθύνονται.  Από την άλλη, από τη στιγμή που κάποιοι ειδικοί διορίζονται στο διευθυντικό όργανο, χω­ρίζονται από την πραγματική παραγωγική διαδικασία, από όσα συμ­βαίνουν σ' αυτήν, από τις συνθήκες στις όποιες οφείλουν οι εργάτες να δουλεύουν. Τις περισσότερες φορές οι αποφάσεις πού παίρνονται στα γραφεία έπειτα από σοφούς υπολογισμούς, τέλειες στα χαρτιά, αποδεικνύονται εντελώς ανεφάρμοστες επειδή δεν παίρνουν επαρκώς υπόψη τους τις πραγματικές συνθήκες στις όποιες θα πρέπει να εφαρμοστούν. Αλλά, εξ ορισμού, μόνον η συλλογικότητα των εργαζόμενων μπορεί να γνωρίζει αυτές τις πραγματικές συνθήκες. Όλοι ξέρουν πως στις σύγχρονες επιχειρήσεις αυτό αποτελεί μόνιμη πηγή ατέλειωτων συγκρούσεων και τεράστιας σπατάλης.
Αντίθετα, η γνώση και η ειδημοσύνη μπορούν να χρησιμοποιη­θούν ορθολογικά αν εκείνοι που τις κατέχουν αναβαπτίζονται μέσα στη συλλογικότητα των παραγωγών, αν γίνουν μία από τις συνιστώ­σες των αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν συλλογικά από τους πα­ραγωγούς. Η αυτοδιαχείριση απαιτεί τη συνεργασία ανάμεσα σε όσους έχουν κάποια ιδιαίτερη γνώση και ειδημοσύνη και σε όσους αναλαμβάνουν την παραγωγική δουλειά με την αυστηρή έννοια του όρου. Η αυτοδιαχείριση δεν συμβιβάζεται με διαχωρισμό αυτών των δύο κατηγοριών. Μόνον αν μία τέτοια συνεργασία πάρει σάρκα και οστά, μόνο τότε αυτή η γνώση και αυτή η ειδημοσύνη θα χρησιμο­ποιηθούν πλήρως -ενώ σήμερα χρησιμοποιούνται στο ελάχιστο,  γιατί εκείνοι που τις κατέχουν αναγκάζονται να αναλαμβάνουν περιορι­σμένα καθήκοντα, τα καθήκοντα που τους ορίζει ο καταμερισμός της εργασίας στο διευθυντικό όργανο. Κυρίως όμως, μόνον αυτή η συ­νεργασία μπορεί να εξασφαλίσει τη χρησιμοποίηση της γνώσης και της ειδημοσύνης προς όφελος της συλλογικότητας και όχι κάποιων ιδιαίτερων συμφερόντων.
Είναι δυνατόν να υπάρξει τέτοια συνεργασία χωρίς να ξαναπροκληθούν συγκρούσεις ανάμεσα στους «ειδικούς» και στους υπόλοι­πους εργαζομένους; "Αν κάποιος ειδικός πει, βασιζόμενος στην εξειδικευμένη γνώση του, πως αυτό το μέταλλο είναι το καταλληλότερο για το τάδε εργαλείο ή μηχάνημα εξαιτίας των συγκεκριμένων  ιδιοτή­των του, δεν βλέπουμε γιατί και πως αυτή η γνώμη του θα δημιουρ­γούσε αντιδράσεις από την πλευρά των εργατών. Εξάλλου, ακόμα και σ' αυτή την περίπτωση, η ορθολογική απόφαση απαιτεί να συμ­μετέχουν και οι εργάτες -π.χ. επειδή οι ιδιότητες αυτού του μετάλλου παίζουν κάποιο ρόλο κατά τη διάρκεια της συναρμολόγησης των μη­χανών ή των εργαλείων.  Αλλά οι πραγματικά σημαντικές αποφάσεις, που αφορούν την παραγωγή, έχουν πάντοτε μια ουσιαστική διάσταση η οποία αφορά το ρόλο και τη θέση των ανθρώπων στην παραγωγή. Σχετικά με αυτό -εξορισμού- καμιά γνώση και καμιά ειδημοσύνη δεν μπορεί να υποσκελίζει την άποψη εκείνων που θα πρέ­πει να αναλάβουν το πραγματικό βάρος της δουλειάς. Καμιά οργάνωση μιας αλυσίδας εργασιών δεν μπορεί να είναι ορθολογική ή αποδεκτή αν την έχουν αποφασίσει χωρίς να πάρουν υπόψη τη γνώμη εκείνων που θα δουλέψουν.  Όλες αυτές οι αποφάσεις χωλαίνουν ακριβώς επειδή δεν παίρνουν υπόψη αυτή τη γνώμη -και αν παρ' όλα αυτά η παραγωγή δεν καταρρέει, αυτό συμβαίνει επειδή οι εργάτες οργανώνονται μεταξύ τους για να μην καταρρεύσει, παραβαίνοντας τους «επίσημους» κανόνες και οδηγίες για την οργάνωση της εργασίας.  Αλλά ακόμα και αν τις θεωρήσουμε «ορθολογικές» -με την αυ­στηρή έννοια της παραγωγικής αποτελεσματικότητας- αυτές οι αποφάσεις είναι απαράδεκτες ακριβώς επειδή βασίζονται, και δεν μπο­ρούν παρά να βασίζονται, αποκλειστικά στην αρχή της «παραγωγι­κής αποτελεσματικότητας». Δηλαδή τείνουν να υποδουλώσουν ολο­κληρωτικά τους εργαζομένους στην παραγωγική διαδικασία και να τους μεταχειρίζονται σαν εξαρτήματα του παραγωγικού μηχανισμού. Αυτό όμως δεν οφείλεται στη μοχθηρότητα ούτε στην ηλιθιότητα της διεύθυνσης -ούτε έστω στην επιδίωξη τού κέρδους. (Απόδειξη ότι η «Οργάνωση της εργασίας» είναι ολόιδια στις ανατολικές και στις δυτικές χώρες.) Πρόκειται για την άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια ενός συστήματος στο οποίο τις αποφάσεις δεν τις παίρνουν εκείνοι που τελικά τις πραγματοποιούν -ένα τέτοιο σύστημα δεν μπορεί να έχει άλλη «λογική».
Αλλά μία αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία δεν μπορεί να εξακολουθήσει αυτή τη «λογική». Η λογική της είναι εντελώς διαφορετική, είναι η λογική της απελευθέρωσης των ανθρώπων και της ανάπτυξης τους. Το σύνολο των εργαζόμενων μπορεί θαυμάσια να αποφασίσει και κατά τη γνώμη μας θα είχε δίκιο να το κάνει- ότι προτιμά λιγότερο επώδυνες, λιγότερο παράλογες, πιο ελεύθερες και πιο ευτυχισμένες εργάσιμες μέρες από λίγα παραπάνω κομμάτια από την πίτα.  Και για τέτοιες, απόλυτα θεμελιώδεις επιλογές δεν υπάρχει κανένα «επιστημονικό» ή «αντικειμενικό» κριτήριο που να αξίζει περισσότερο: το μοναδικό κριτήριο είναι αυτό που το ίδιο το σύνολο κρίνει ότι προτι­μά, βασιζόμενο στην πείρα του, στις ανάγκες του και στις επιθυμίες του.
Αυτό ισχύει στην κλίμακα ολόκληρης της κοινωνίας. Κανένα «επιστημονικό» κριτήριο δεν επιτρέπει σε κανέναν να αποφασίζει αν εί­ναι προτιμότερο για την κοινωνία να έχει τον επόμενο χρόνο πε­ρισσότερες δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου αντί για περισσότερη κατανάλωση ή το αντίστροφο, μία περισσότερο ή λιγότερο γρήγορη οικονομική ανάπτυξη κλπ. Όποιος λέει πως υπάρχουν τέτοια κριτή­ρια είναι είτε άσχετος είτε απατεώνας. Το μοναδικό κριτήριο που σ' αυτά τα πεδία έχει κάποιο νόημα είναι αυτό που θέλουν οι άντρες και οι γυναίκες που σχηματίζουν αυτή την κοινωνία -και αυτό μόνον οι ίδιοι μπορούν να το αποφασίζουν, και κανείς άλλος στη θέση τους.

ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΔΟΧΩΝ

Δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που επιτρέπουν να θεμελιώνε­ται ιεραρχία στις αμοιβές. Μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, όπως δεν συμβιβάζεται με την ιεραρχία της εντολής, δεν συμβιβάζεται ούτε με την ιεραρχία των μι­σθών και των αποδοχών.
Πρώτα πρώτα, η ιεραρχία των μισθών και των αποδοχών αντιστοιχεί σήμερα στην ιεραρχία της εντολής -ολοκληρωτικά στις ανατολικές χώρες, κατά μεγάλο μέρος στις δυτικές. Θα πρέπει να δούμε πως αποκρυσταλλώνεται αυτή η ιεραρχία. Ο γιός του πλουσίου θα είναι κι αυτός πλούσιος,  ο γιός ενός στελέχους έχει όλες τις ευκαιρίες να γίνει κι αυτός στέλεχος. Έτσι, κατά πλειοψηφία, τα στρώματα που καταλαμβάνουν τις ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχικής πυραμίδας διαιωνίζονται κληρονομικά. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Ένα κοινωνι­κό σύστημα τείνει πάντοτε στην αναπαραγωγή του. Αν κάποια κοι­νωνικά στρώματα έχουν προνόμια, τα μέλη τους θα κάνουν ότι μπο­ρούν (και τα προνόμιά τους σημαίνουν πώς μπορούν να κάνουν πάρα πολλά πράγματα γι' αυτό) για να τα μεταβιβάσουν στους απογόνους τους. Στο βαθμό που διατηρείται ένα τέτοιο σύστημα, αυτά τα στρώματα έχουν ανάγκη από «καινούριους ανθρώπους» -επειδή τα διευθυντικά όργανα απλώνονται και πολλαπλασιάζονται- τους επιλέγουν μεταξύ των πιο «συνεργάσιμων» απογόνων των «κατώτερων» στρωμάτων.  Έτσι μπορεί να φανεί πως η «δουλειά» και οι «ικανότητες» αυτών των «συνεργάσιμων» ανθρώπων έπαιξαν ρόλο στη σταδιοδρομία τους, που ανταμείβει την «αξία» τους. Αλλά και πάλι, «ικανότητες» και «αξία» σημαίνουν εδώ κυρίως την ικανότητα προσαρμογής στο κυρίαρχο σύστημα με στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση του. Τέτοιου είδους ικανότητες δεν έχουν κανένα νόημα για μία αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία και από τη δική της πλευρά.
"Οπωσδήποτε υπάρχουν άνθρωποι πού θα σκεφτούν ότι, ακόμα και σε μία αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, τα πιο θαρραλέα, τα πιο επίμονα, τα πιο εργατικά άτομα, εκείνα που «ξέρουν περισσότερο»,  θα πρέπει να δικαιούνται μία ιδιαίτερη «ανταμοιβή» και ότι αυτή η ανταμοιβή θα πρέπει να είναι χρηματική. Κι έτσι τρέφουν την αυταπάτη πως θα μπορούσε να υπάρχει μία δικαιολογημένη ιεραρχία στις αποδοχές.
Αυτή η αυταπάτη καταρρέει μόλις δούμε τα πράγματα από κοντά. Όπως τίποτα δεν δικαιολογεί τις διαφορές των αποδοχών ακόμα και στο σημερινό σύστημα, δεν βλέπουμε τί θα μπορούσε να τις θεμελιώ­σει λογικά και να τις δικαιολογήσει έπειτα από υπολογισμούς. Γιατί η τάδε γνώση θα πρέπει να δικαιολογεί στον κάτοχο της ένα τετρα­πλάσιο εισόδημα σε σχέση με το εισόδημα κάποιου άλλου και όχι δε­καπλάσιο ή δωδεκαπλάσιο; Τί νόημα έχει να λέμε πως η ειδημοσύνη ενός καλού χειρούργου αξίζει ακριβώς τόσο περισσότερο -ή λιγότε­ρο- από την ειδημοσύνη ενός καλού μηχανικού; Και γιατί δεν αξίζει ακριβώς τόσο όσο και η ειδημοσύνη ενός καλού μηχανοδηγού ή ενός δασκάλου;
Από τη στιγμή πού βγαίνει κανείς από μερικά πολύ περιορισμένα και χωρίς καμιά γενικότερη σημασία πεδία, δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια για τον υπολογισμό και τη σύγκριση της κάθε ειδημοσύνης, των γνώσεων που έχουν διαφορετικά άτομα. Και αν τα έξοδα για την απόκτηση αυτών των γνώσεων τα πληρώνει στο άτομο η κοι­νωνία -όπως πρακτικά συμβαίνει σήμερα- δεν βλέπουμε για ποιό λό­γο το άτομο αυτό, που έχει ήδη απολάβει το προνόμιο να του πλη­ρώσουν αυτή την κατάρτιση, θα έπρεπε να απολαμβάνει και ένα επιπλέον προνόμιο με τη μορφή καλύτερης ανταμοιβής.  Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για την «αξία» και την «ευφυΐα».

Βέβαια, υπάρχουν άτομα που γεννιούνται -ή γίνονται- περισσότερο προικισμένα από άλλα σε σχέση με ορισμένες δραστηριότητες. Αυτές οι διαφορές είναι γενικά μικρές, και η ανάπτυξη τους εξαρτάται κυρίως από το οικογε­νειακό, το κοινωνικό και το εκπαιδευτικό περιβάλλον. Οπωσδήποτε όμως, στο βαθμό που κάποιος έχει ένα «χάρισμα», η ίδια η άσκηση αυτού του «χαρίσματος», όταν δεν εμποδίζεται, είναι μια απόλαυση. Και για τα σπάνια εκείνα άτομα που έχουν εξαιρετικά «χαρίσματα», αυτό που έχει σημασία δεν είναι η χρηματική «ανταμοιβή» αλλά να κάνουν αυτό στο οποίο ωθούνται ακατάπαυστα. Ο  Αϊνστάιν, αν τον ενδιέφερε το χρήμα,  δεν θα γινόταν Αϊνστάιν - και είναι πιθα­νότατο πώς θα γινόταν ένας αρκετά μέτριος εργοδότης ή χρηματιστής.
Συχνά ακούμε το απίστευτο επιχείρημα ότι χωρίς ιεραρχία στους μισθούς η κοινωνία δεν θα μπορούσε να βρει ανθρώπους για να αναλάβουν τις πιο «δύσκολες» λειτουργίες -και λένε πώς τέτοιες είναι οι λειτουργίες του στελέχους, του διευθυντή κλπ. Είναι γνωστή η φράση που επαναλαμβάνουν συχνά οι «υπεύθυνοι»: «Αν όλοι κέρδιζαν το ίδιο, θα προτιμούσα τη σκούπα.» Αλλά σε χώρες όπως η Σουηδία, όπου η ψαλίδα των αποδοχών έγινε πολύ μικρότερη απ' ότι στη Γαλλία, οι επιχειρήσεις δεν δουλεύουν χειρότερα από τις γαλλικές ούτε είδαμε τα στελέχη να γίνονται καθαρίστριες.
Αυτό που παρατηρούμε όλο και περισσότερο στις εκβιομηχανισμέ­νες χώρες είναι μάλλον το αντίθετο: τα άτομα πού εγκαταλείπουν τις επιχειρήσεις είναι τα άτομα πού έχουν τις πραγματικά πιο δύσκολες δουλειές -δηλαδή τις πιο επώδυνες και τις λιγότερο ενδιαφέρουσες. Και η αύξηση των μισθών σ' αυτές τις θέσεις δεν καταφέρνει να στα­ματήσει αυτή την αιμορραγία. Έτσι αφήνουν αυτές τις δουλειές στους μετανάστες.  Αυτό το φαινόμενο εξηγείται αν καταλάβουμε πως οι άνθρωποι αρνούνται όλο και περισσότερο να κάνουν ηλίθιες δου­λειές και μόνον αν τους σπρώχνει η μιζέρια τις δέχονται. Ποτέ δεν έχουμε παρατηρήσει το αντίθετο φαινόμενο, και μπορούμε να στοι­χηματίσουμε πως τα πράγματα θα συνεχίσουν προς αυτή την κατεύ­θυνση. Συμπεραίνουμε λοιπόν, ακλουθώντας την ίδια τη λογική αυτού του επιχειρήματος, πως οι πιο ενδιαφέρουσες δουλειές θα 'πρεπε να αμείβονται λιγότερο. Γιατί πάντοτε αυτές θα είναι οι πιο ελκυστι­κές για τους ανθρώπους  με λίγα λόγια, το κίνητρο για να τις επιλέ­ξει κανείς και να τις ασκήσει βρίσκεται κιόλας, σε μεγάλο μέρος, στην ίδια τη φύση της δουλειάς.

Αυτοδιαχείριση, κίνητρα για δουλειά και παραγωγή για τις ανάγκες

Τι νόημα έχουν όμως όλα αυτά τα επιχειρήματα που θέλουν να δι­καιολογήσουν την ιεραρχία σε μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία;
Ποια είναι η κρυφή ιδέα στην οποία στηρίζονται;  Είναι ότι οι άν­θρωποι δεν διαλέγουν τη δουλειά που κάνουν και την κάνουν μόνο και μόνο για να κερδίσουν περισσότερα χρήματα από τούς άλλους. Αλλά αυτό το επιχείρημα, που το παρουσιάζουν σαν μία προαιώνια αλήθεια της ανθρώπινης φύσης, δεν είναι παρά η καπιταλιστική νοο­τροπία που περισσότερο ή λιγότερο έχει διαποτίσει την κοινωνία (και που, όπως δείχνει η διατήρηση της ιεραρχίας των μισθών στις ανατολικές χώρες, κυριαρχεί και εκεί). Αυτή όμως η νοοτροπία είναι μία από τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη και τη διαιώνιση τού υπάρχοντος συστήματος που, αντίστροφα, δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον εφόσον υπάρχει αυτό το σύστημα. Οι άνθρωποι δίνουν ιδιαίτερη σημασία στις διαφορές των αποδοχών επειδή αυτές οι δια­φορές υπάρχουν και επειδή το υπάρχον σύστημα τις προβάλλει σαν σημαντικές. "Αν μπορείς να κερδίσεις ένα εκατομμύριο φράγκα το μήνα αντί για εκατό χιλιάδες και αν το κοινωνικό σύστημα υποθάλπει με κάθε τρόπο την άποψη ότι εκείνος που κερδίζει ένα εκατομμύριο φράγκα αξίζει περισσότερο, είναι καλύτερος από εκείνον που κερδίζει εκατό χιλιάδες τότε πραγματικά πολλοί άνθρωποι (πά­ντως, ακόμα και σήμερα όχι όλοι) θα έχουν το κίνητρο να κάνουν οτιδήποτε προκειμένου να κερδίσουν ένα εκατομμύριο αντί για εκατό χιλιάδες. Από τη στιγμή όμως που αυτή η διαφορά δεν υπάρχει πια σ' ένα κοινωνικό σύστημα, από τη στιγμή που θα θεωρείται πα­ράλογο να θέλει κάποιος περισσότερα κέρδη από τους άλλους, τόσο παράλογο όσο παράλογο θεωρείται σήμερα (τουλάχιστον από τους περισσότερους από μας) να βάζουμε πριν από το όνομά μας έναν τίτ­λο ευγενείας τότε θα μπορέσουν να δουν το φως ή μάλλον να άνθι- σουν άλλα κίνητρα,  κίνητρα με αληθινή κοινωνική σημασία:  το ενδιαφέρον για την ίδια τη δουλειά, η ευχαρίστηση που αντλείς όταν κάνεις καλά αυτό που εσύ ο ίδιος διάλεξες να κάνεις,  η εφευρετικότητα, η δημιουργικότητα,  η εκτίμηση και η αναγνώριση από τούς άλ­λους. Αντίστροφα, όσο θα ισχύει το άθλιο οικονομικό κίνητρο, όλα τα άλλα κίνητρα θα ατροφούν και θα σμπαραλιάζονται από την παι­δική ηλικία των ατόμων.
Διότι ένα ιεραρχικό σύστημα στηρίζεται στον ανταγωνισμό των ατόμων και στον αγώνα όλων εναντίον όλων. Στρέφει ασταμάτητα τους ανθρώπους εναντίον των συνανθρώπων τους και τους ενθαρρύ­νει να χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για να «ανέβουν». Όποιοι παρου­σιάζουν αυτόν τον ωμό και παράλογο ανταγωνισμό, που διαδραματί­ζεται στην ιεραρχία της εξουσίας, της εντολής, των αποδοχών σαν κάποια αθλητική «άμιλλα» στην οποία οι «καλύτεροι» κερδίζουν σε ένα δήθεν τίμιο παιχνίδι, πρέπει μάλλον να θεωρούν τους ανθρώπους ηλίθιους και να νομίζουν πως οι άνθρωποι δεν .βλέπουν τι συμβαίνει πραγματικά σε ένα ιεραρχικό σύστημα από το εργοστάσιο και τα γραφεία μέχρι το πανεπιστήμιο και ακόμα, όλο και περισσότερο, στην επιστημονική έρευνα από τη στιγμή που κατάντησε τεράστια γραφειοκρατική επιχείρηση. Η  ύπαρξη της ιεραρχίας στηρίζεται στον  ανελέητο αγώνα όλων εναντίον όλων -και οξύνει αυτόν τον αγώνα.  Γι' αυτό άλλωστε η ζούγκλα γίνεται όλο και πιο απάνθρωπη όσο ανεβαίνεις τα σκαλιά της ιεραρχίας και γι' αυτό συναντάμε τη συνεργασία μόνο στη βάση,  εκεί όπου οι δυνατότητες «προαγωγής» είναι μηδαμινές ή ανύπαρκτες.  Και η εισαγωγή τεχνητών διαφορο­ποιήσεων σ' αυτό το επίπεδο είναι ένα μέσο με το οποίο η διεύθυνση προσπαθεί να χτυπήσει αυτή τη συνεργασία. Από τη στιγμή λοιπόν που θα υπάρξουν κάποιου είδους -ειδικότερα όμως οικονομικής φύ­σης-προνόμια, θα αναζωπυρωθεί αμέσως ο ανταγωνισμός μεταξύ των ατόμων καθώς και η τάση των ανθρώπων να αγκιστρώνονται στα προνόμια που έχουν κατακτήσει και να χρησιμοποιούν κάθε μέσο προκειμένου να εξασφαλίσουν περισσότερη εξουσία, προστατεύο­ντας την από τον έλεγχο των υπολοίπων. Από τη στιγμή αυτή δεν μπορούμε να μιλάμε πια για αυτοδιαχείριση.
Τέλος, η ιεραρχία των μισθών και των αποδοχών δεν συμβιβάζεται με μια ορθολογική οργάνωση της οικονομίας μιας αύτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας.  Γιατί η ιεραρχία νοθεύει άμεσα και ανεπανόρθωτα την έκφραση της κοινωνικής ζήτησης.
Πράγματι, η ορθολογική οργάνωση της οικονομίας μιας αυτοδιαχειριζόμενης  κοινωνίας προϋποθέτει ότι, για όσο καιρό τα αντικείμενα και οι υπηρεσίες που παράγει η κοινωνία έχουν κάποια «τιμή» -για όσον καιρό δεν είναι δυνατόν να διανέμονται ελεύθερα- και συ­νεπώς υπάρχει ακόμα «αγορά» για τα αγαθά ατομικής κατανάλωσης, η παραγωγή θα προσανατολίζεται σύμφωνα με τις υποδείξεις αυτής της αγοράς, δηλαδή τελικά από την αγοραστική δύναμη των κατανα­λωτών.  Διότι στην αρχή δεν υπάρχει άλλο σύστημα για να το υποστηρίξει κανείς.  Αντίθετα από ένα πρόσφατο σύνθημα, που μόνο μετα­φορικά μπορούμε να το επιδοκιμάσουμε, δεν είναι δυνατόν να δοθούν στους πάντες «τα πάντα και αυτοστιγμεί». Από την άλλη με­ριά, θα ήταν παράλογο να περιορίσουμε την κατανάλωση με κάποιο αυταρχικό διάταγμα που θα ισοδυναμούσε με μια απαράδεκτη και ηλίθια, τυραννία στις προτιμήσεις του καθενός: γιατί να μοιράζεται στον καθένα ένας δίσκος και τέσσερα εισιτήρια κινηματογράφου το μήνα, τη στιγμή που υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν τη μουσική από τις εικόνες, και άλλοι το αντίθετο -για να μη μιλήσουμε για τους κουφούς και τούς τυφλούς. Αλλά μπορούμε να υποστηρίξουμε μια «αγορά» αγαθών ατομικής κατανάλωσης μόνο στο βαθμό που είναι αληθινά δημοκρατική -αν δηλαδή τα ψηφοδέλτια όλων έχουν την ίδια βαρύτητα.  Αυτά τα ψηφοδέλτια είναι οι αποδοχές του καθενός. "Αν αυτές οι αποδοχές είναι άνισες, η ψηφοφορία νοθεύεται διαρκώς γιατί υπάρχουν άνθρωποι που η φωνή τους ακούγεται περισσότερο από των άλλων. Έτσι σήμερα η «ψήφος» του πλουσίου για μια βίλα στην Κυανή Ακτή ή για ένα προσωπικό αεροπλάνο βαραίνει πε­ρισσότερο από την ψήφο ενός άστεγου για μια κατοικία ή ενός ανειδίκευτου εργάτη για ένα ταξίδι με το τρένο στη β' θέση. Και πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως ο αντίκτυπος της άνισης διανομής των αποδοχών στη δομή της παραγωγής των καταναλωτικών αγαθών εί­ναι τεράστιος.
Αυτό φαίνεται πολύ εύκολα χάρη σε ένα αριθμητικό παράδειγμα που δεν είναι ίσως αυστηρό αλλά οπωσδήποτε, όσον άφορα το μέγε­θος, δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. "Αν υποθέσουμε πως μπορούμε να συγκεντρώσουμε το 80% του γαλλικού πληθυσμού με τις χαμηλότερες αποδοχές γύρω από ένα μέσο ετήσιο εισόδημα των 2Θ.Θ00 χωρίς τους φόρους (οι χαμηλότερες αποδοχές στη Γαλλία, που αφορούν μια πολυάριθμη κατηγορία, τους γέρους χωρίς σύνταξη ή με μικρή σύνταξη, είναι πολύ κατώτερες του κατώτατου ορίου των μι­σθών), και το 20% των υπολοίπων γύρω από ένα μέσο ετήσιο εισόδη­μα των 80.000 (χωρίς τους φόρους),  βλέπουμε με έναν εύκολο υπολο­γισμό πως αυτές οι δύο κατηγορίες μοιράζονται, από μισό η καθεμιά, το εισόδημα που διατίθεται για την κατανάλωση. Σ' αυτές τις συνθή­κες, ένα πέμπτο του πληθυσμού φαίνεται ότι έχει την ίδια αγοραστική δύναμη με τα υπόλοιπα τέσσερα πέμπτα. Αυτό σημαίνει επίσης πως το 35% περίπου της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών της χώ­ρας προσανατολίζεται αποκλειστικά σύμφωνα με τη ζήτηση της πε­ρισσότερο ευνοημένης ομάδας και προορίζεται για την ικανοποίηση της -πέραν της Ικανοποίησης των «στοιχειωδών» αναγκών αυτής της Ίδιας ομάδας. Ή πάλι, πως το 30% όλων των απασχολουμένων εργάζονται για την ικανοποίηση των δευτερευουσών «αναγκών» των πιο ευνοημένων κατηγοριών.2
Βλέπουμε λοιπόν πως ο προσανατολισμός της παραγωγής, που θα επέβαλλε σ' αυτές τις συνθήκες η «αγορά», δεν θα αντανακλά τις ανάγκες της κοινωνίας αλλά μια διαστρεβλωμένη εικόνα στην οποία η δευτερεύουσα κατανάλωση των ευνοημένων στρωμάτων θα έχει ένα δυσανάλογο βάρος.  Είναι δύσκολο να πιστέψουμε πως σε μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, στην οποία όλα αυτά τα γεγονότα θα είναι γνωστά από όλους με ακρίβεια και σαφήνεια, οι άνθρωποι θα ανεχτούν μια τέτοια κατάσταση- ή ότι θα μπορούσαν, σε τέτοιες συνθή­κες, να νιώθουν την παραγωγή δική τους υπόθεση -πράγμα πού αποτελεί την πρώτιστη προϋπόθεση για μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινω­νία.
Συνεπώς, η κατάργηση της ιεραρχίας των μισθών είναι το μόνο μέ­σο για να προσανατολιστεί η παραγωγή σύμφωνα με τις ανάγκες του συνόλου, για την εξάλειψη του αγώνα όλων εναντίον όλων και της οικονομικής νοοτροπίας και για να γίνει δυνατή η ζωντανή συμμετο­χή, με την αληθινή έννοια του όρου, όλων των αντρών και όλων των γυναικών στη διαχείριση των υποθέσεων τού συνόλου.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.   Βλ. «Η ιεραρχία των μισθών και των αποδοχών»,  στην Πείρα του εργατικού κινήματος, 2).
2.   "Αν υποθέσουμε πώς ή σχέση κατανάλωση/επένδυση είναι 4 προς 1 - αυτή είναι, χοντρικά, η τάξη μεγέθους που παρατηρείται και στην πραγματικό­τητα.

 του Κορνήλιου Καστοριάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου