Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Το τα­μπού των βα­σα­νι­στη­ρίω­ν

Με­τά τον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο μια πα­γκό­σμια συ­ναί­νε­ση, που εκ­φρά­στη­κε και στη Δια­κή­ρυ­ξη των Δι­καιω­μά­των του Ανθρώ­που, κα­τα­δί­κα­σε τα βα­σα­νι­στή­ρια. Οι φι­λε­λεύ­θε­ρες δη­μο­κρα­τίες δή­λω­σαν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά ό­τι δεν α­νέ­χο­νται και δεν δια­πράτ­τουν βα­σα­νι­στή­ρια. Έτσι, έ­γι­ναν κομ­μά­τι ε­νός βάρ­βα­ρου πα­ρελ­θό­ντος, που εί­χε πα­ρέλ­θει προ πολ­λού. Βα­σα­νι­στή­ρια, μας έ­λε­γαν, συμ­βαί­νουν τώ­ρα μό­νο «αλ­λού», σε μέ­ρη ε­ξω­τι­κά και διε­φθαρ­μέ­να, σε δι­κτα­το­ρίες και ο­λο­κλη­ρω­τι­κά κα­θε­στώ­τα. Έγι­ναν, λοι­πόν, το με­γά­λο τα­μπού των κοι­νω­νιών μας, το ύ­ψι­στο η­θι­κό κρι­τή­ριο κυ­βερ­νή­σεων και πο­λι­τι­κών. Όπως ό­λα τα τα­μπού, τα βα­σα­νι­στή­ρια δη­μιουρ­γούν έ­να «ιε­ρό δέ­ος», μια α­πό­λυ­τη α­πα­γό­ρευ­ση που υ­ψώ­νει έ­να α­πό­λυ­το δια­χω­ρι­στι­κό τοί­χος με­τα­ξύ του δυ­τι­κού πο­λι­τι­σμέ­νου κό­σμου και των «α­πο­λί­τι­στων» άλ­λων.


Η συ­ναί­νε­ση αυ­τή δεν υ­πάρ­χει πια, ό­πως δεί­χνει η έ­ντο­νη δια­μά­χη για το φιλμ Zero Dark Thirty. Τα βα­σα­νι­στή­ρια ε­πέ­στρε­ψαν στο δη­μό­σιο διά­λο­γο, δια­χω­ρί­ζο­ντας τους φι­λε­λεύ­θε­ρους σε ι­δε­α­λι­στές και ρε­α­λι­στές. Συ­νέ­δρια η­θι­κής φι­λο­σο­φίας α­φιε­ρώ­νο­νται στα βα­σα­νι­στή­ρια - «σε ποιες συν­θή­κες ε­πι­τρέ­πε­ται η χρή­ση βα­σα­νι­στη­ρίων, εάν ξέ­ρου­με ό­τι μια «ω­ρο­λο­για­κή βόμ­βα» θα σκο­τώ­σει 50, 100 ή 1000 ά­το­μα;» εί­ναι έ­να προ­σφι­λές θέ­μα συ­ζή­τη­σης και συ­νο­δεύε­ται με α­νά­λο­γα υ­πο­θε­τι­κά σε­νά­ρια που νο­μι­μο­ποιούν τα βα­σα­νι­στή­ρια.

Για ποια η­θι­κό­τη­τα και νο­μι­μό­τη­τα;

Γνω­στοί νο­μι­κοί, ό­πως o Άλαν Ντέρ­σο­βι­τς, και φι­λε­λεύ­θε­ροι φι­λό­σο­φοι, ό­πως ο Μάι­κλ Ιγκνά­τιε­φ, συ­ζη­τούν την η­θι­κό­τη­τα ή τη νο­μι­μό­τη­τα των βα­σα­νι­στη­ρίων και εκ­πο­νούν λε­πτο­με­ρή σχέ­δια για το πώς θα μπο­ρού­σαν να νο­μι­μο­ποιη­θούν, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας π.χ. «ε­ντάλ­μα­τα βα­σα­νι­σμού», ή άλ­λα κα­θε­στώ­τα δι­κα­στι­κής ε­πι­τή­ρη­σης.1 Ο Μ. Ιγκνά­τιεφ εν­δια­φέ­ρε­ται για τη δια­βάθ­μι­ση των βα­σα­νι­στη­ρίων, ως μέ­ρος της στρα­τη­γι­κής του «μι­κρό­τε­ρου κα­κού»: «Η ε­πι­τρε­πό­με­νη ά­σκη­ση βίας θα μπο­ρού­σε να πε­ρι­λαμ­βά­νει μορ­φές στέ­ρη­σης ύ­πνου σε συν­δυα­σμό με πα­ρα­πλη­ρο­φό­ρη­ση και α­πο­προ­σα­να­το­λι­σμό (για πα­ρά­δειγ­μα με τη χρή­ση κου­κού­λας) που προ­κα­λούν άγ­χος».2 Ο Μπρους Άκερ­μαν, άλ­λος γνω­στός φι­λε­λεύ­θε­ρος φι­λό­σο­φος, δη­λώ­νει ό­τι εί­ναι κα­τά των βα­σα­νι­στη­ρίων, αλ­λά υ­πέρ της προ­λη­πτι­κής κρά­τη­σης υ­πό­πτων και ε­φαρ­μο­γής «συ­ντάγ­μα­τος έ­κτα­κτης α­νά­γκης» για πε­ριο­ρι­σμέ­νες χρο­νι­κές πε­ριό­δους και προ­βλέ­ψεις «ρή­τρες λή­ξης ι­σχύος τους».3
Η συ­ζή­τη­ση για την η­θι­κή και νο­μι­κή ρύθ­μι­ση των βα­σα­νι­στη­ρίων ά­να­ψε στην Αμε­ρι­κή και στη Βρε­τα­νία με τον «πό­λε­μο κα­τά της τρο­μο­κρα­τίας». Μας θύ­μι­σε κά­τι που εί­χα­με ξε­χά­σει την πε­ρίο­δο της «η­θι­κής στρο­φής», με­τά την πτώ­ση της Σο­βιε­τι­κής Ένω­σης και το «τέ­λος της ι­στο­ρίας». Πρα­κτι­κές που κα­τα­δι­κά­ζο­νταν οι­κου­με­νι­κά μέ­χρι πρό­σφα­τα και που, ό­πως μας έ­λε­γαν, εί­χαν σχε­δόν ε­ξα­φα­νι­στεί α­πό τη Δύ­ση εμ­φα­νί­στη­καν πά­λι και άρ­χι­σαν να δια­δί­δο­νται. Τα βα­σα­νι­στή­ρια ε­πέ­στρε­ψαν στα στρα­τό­πε­δα και τις φυ­λα­κές της Δύ­σης, με πιο γνω­στές πε­ρι­πτώ­σεις το Γκουα­ντά­να­μο και το Αμπού Γκράι­μπ. Ξέ­ρου­με, βέ­βαια, ό­τι η κα­τα­δί­κη της κα­κο­ποίη­σης ή­ταν πά­ντα πε­ρισ­σό­τε­ρο ρη­το­ρι­κή πα­ρά πραγ­μα­τι­κή. Αν τώ­ρα τα βα­σα­νι­στή­ρια γί­νο­νται α­πό δι­κούς μας αν­θρώ­πους ή α­πό ε­ξω­τε­ρι­κούς συ­νερ­γά­τες με α­νά­θε­σή και με τις μυ­στι­κές πτή­σεις που με­τα­φέ­ρουν τους υ­πό­πτους σε χώ­ρες, ό­που οι πρα­κτι­κές συ­νε­χί­ζο­νται χω­ρίς δι­σταγ­μούς και ντρο­πές, αυ­τό εί­ναι μι­κρής ση­μα­σίας. Μπο­ρεί οι βα­σα­νι­στές του Πι­νο­σέτ να εί­ναι μπά­σταρ­δοι, έ­λε­γε ο Κί­σι­ντζε­ρ, «αλ­λά εί­ναι οι δι­κοί μας μπά­σταρ­δοι», ό­πως ή­ταν και οι βα­σα­νι­στές της χού­ντας.

Το τα­μπού της δη­μό­σιας πα­ρου­σία­σης

Το τα­μπού των βα­σα­νι­στη­ρίων α­να­φε­ρό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο στη δη­μό­σια τους πα­ρου­σία­ση πα­ρά στην τέ­λε­ση τους. Εφό­σον οι ε­φη­με­ρί­δες και η τη­λεό­ρα­ση δεν δη­μο­σιεύουν τα τραύ­μα­τα στο κε­φά­λι, το κα­μέ­νο χέ­ρι ή το σπα­σμέ­νο πό­δι, αν τα η­λεκ­τρο­σόκ και οι βια­σμοί μέ­νουν κρυ­φοί, τό­τε μπο­ρούν να συ­νε­χί­ζο­νται μια και εί­ναι α­πα­ραί­τη­τοι για την α­σφά­λεια μας. Όπως γρά­φει ο Ντά­ριους Ρε­γιά­λι, στη διάρ­κεια του ψυ­χρού πο­λέ­μου οι κυ­βερ­νή­σεις εί­χαν κά­νει μια άρ­ρη­τη συμ­φω­νία με τους λα­ούς τους να κρα­τά­νε τη βία μυ­στι­κή, χω­ρίς ση­μά­δια, κα­θα­ρή.4 Αυ­τό που τέ­λειω­σε, λοι­πόν, πρό­σφα­τα εί­ναι τα «κα­θα­ρά» βα­σα­νι­στή­ρια που δεν α­φή­νουν ση­μά­δι και φω­το­γρα­φίες. Η με­γά­λη το­μή έ­γι­νε με τη δη­μο­σίευ­ση των φω­το­γρα­φιών του Αμπού Γκράι­μπ. Πε­ρι­λάμ­βα­ναν πορ­νο­γρα­φι­κές ει­κό­νες, τον «ε­σταυ­ρω­μέ­νο» με τα η­λεκ­τρι­κά κα­λώ­δια, πρά­ξεις προ­σο­μοίω­σης, σεξ και φω­το­γρα­φίες νε­κρών σω­μά­των.
Οι πρώ­τες φω­το­γρα­φίες, ι­δίως οι φω­το­γρα­φίες γυ­ναι­κών, με πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή τη στρα­τιω­τί­να Λί­ντι Ίνγκλα­ντ, να ε­κτε­λούν πρά­ξεις σε­ξουα­λι­κής κα­κο­ποίη­σης, σό­κα­ραν και σκαν­δά­λι­σαν. Μια γυ­ναί­κα έ­κα­νε κά­τι που οι γυ­ναί­κες δεν κά­νουν. Η σα­δι­στι­κή η­δο­νή της Λί­ντι δη­μιούρ­γη­σε έ­ντο­νη η­δο­νο­βλε­πτι­κή ι­κα­νο­ποίη­ση. Σύ­ντο­μα, ό­μως, το σοκ έ­γι­νε οι­κείο. Το δια­δί­κτυο γέ­μι­σε με ει­κό­νες αν­δρών και γυ­ναι­κών που «το έ­κα­ναν ό­πως η Λί­ντι» και λε­πτο­με­ρείς ο­δη­γίες λέ­νε πώς γί­νε­σαι μια «Λί­ντι». Άλλες φω­το­γρα­φίες πά­λι εί­χαν μια α­τμό­σφαι­ρα κα­νο­νι­κό­τη­τας, κα­θώς οι στρα­τιώ­τες συ­μπλη­ρώ­νουν έ­ντυ­πα ή κό­βουν τα νύ­χια τους μπρο­στά σε γυ­μνούς κρα­τού­με­νους, κα­λυμ­μέ­νους με κου­κού­λες. Ο ι­στό­το­πος salon.com α­νέ­φε­ρε ό­τι «το DVD πε­ρι­λαμ­βά­νει ε­πί­σης ει­κό­νες με φύ­λα­κες που α­πει­λούν ι­ρα­κι­νούς κρα­τού­με­νους με σκυ­λιά, κρα­τού­με­νους με κου­κού­λες που ε­ξα­να­γκά­ζο­νται να αυ­να­νι­στούν, έ­να βί­ντεο που δεί­χνει έ­ναν ψυ­χι­κά δια­τα­ραγ­μέ­νο κρα­τού­με­νο να χτυ­πά­ει το κε­φά­λι του σε μια πόρ­τα και πε­ριέρ­γως πολ­λές φω­το­γρα­φίες σφαγ­μέ­νων ζώων».

Υπόρ­ρη­τη νο­μι­μο­ποίη­ση

Η Σι­μόν ντε Μπο­βουά­ρ, α­να­φε­ρό­με­νη στα βα­σα­νι­στή­ρια στην Αλγε­ρία, έ­γρα­φε ό­τι «το 1957 τα κα­ψί­μα­τα στο πρό­σω­πο, στα σε­ξουα­λι­κά όρ­γα­να, το ξε­ρί­ζω­μα των νυ­χιών, οι α­να­σκο­λο­πι­σμοί, τα ουρ­λια­χτά, οι σπα­σμοί με ε­ξόρ­γι­ζαν». Αλλά α­πό τον «μαύ­ρο Δε­κέμ­βρη του 1961, υ­πο­φέ­ρω, ό­πως φα­ντά­ζο­μαι και πολ­λοί α­κό­μα, α­πό τέ­τα­νο της φα­ντα­σίας. Συ­νη­θί­ζει κα­νείς»5 Η σε­ξουα­λι­κό­τη­τα, αλ­λά και η κα­νο­νι­κό­τη­τα που α­πο­πνέ­ουν οι φω­το­γρα­φίες του Αμπού Γκράι­μπ, οι διαρ­κείς α­να­φο­ρές σε ζώα και νε­κρά σώ­μα­τα, κα­τα­δει­κνύουν ό­τι αυ­τό που δια­κυ­βεύε­ται πη­γαί­νει πο­λύ πιο πέ­ρα α­πό τα κρα­τη­τή­ρια, τις φυ­λα­κές και τις αί­θου­σες βα­σα­νι­στη­ρίων.
Η υ­πόρ­ρη­τη νο­μι­μο­ποίη­ση των βα­σα­νι­στη­ρίων α­πό την κυ­βέρ­νη­ση, η υ­πο­βάθ­μι­ση των κρα­του­μέ­νων στο ε­πί­πε­δο του ζώου, ο αρ­χι­κός σκαν­δα­λι­σμός και η ε­πα­κό­λου­θη βα­ρε­μά­ρα της α­ντί­δρα­σης του κοι­νού, μας κά­νουν ό­λους συμ­μέ­το­χους. Πρό­κει­ται για την α­ντι­στρο­φή της θέ­σης της Χά­να Άρε­ντ, σχε­τι­κά με την κοι­νο­το­πία του κα­κού: το κα­κό για να εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό πρέ­πει να εί­ναι ταυ­τό­χρο­να ρι­ζι­κό και κοι­νό­το­πο. Οι πρά­ξεις δια­πράχ­θη­καν και οι φω­το­γρα­φίες δια­δό­θη­καν για το δι­κό μας κα­λό, ως μέ­ρος της στρα­τη­γι­κής της φα­ντα­σια­κής αυ­το­κρα­το­ρίας. Εμείς οι α­πλοί πο­λί­τες, που μι­σού­με τα βα­σα­νι­στή­ρια εί­μα­στε ο στό­χος της ε­πι­κοι­νω­νια­κής πο­λι­τι­κής, πρέ­πει να συ­νη­θί­σου­με τα κα­κά που γί­νο­νται για το κα­λό μας.

Έμμε­σος στό­χος το συλ­λο­γι­κό πνεύ­μα

Κά­τι α­νά­λο­γο έ­γι­νε με τις φω­το­γρα­φίες των τεσ­σά­ρων της Κο­ζά­νης. Ο Δέν­διας υ­πε­ρα­σπί­στη­κε την α­στυ­νο­μία λέ­γο­ντας ό­τι η χρή­ση του photoshop ή­ταν α­να­γκαία για να δια­σφα­λι­στεί ό­τι οι «ύ­πο­πτοι ή­ταν α­να­γνω­ρί­σι­μοι». Ακρι­βώς. Η δη­μο­σιο­ποίη­ση των φω­το­γρα­φιών, η με­γά­λη τους διά­δο­ση και «α­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα», η προ­φα­νής και α­κραία πα­ρα­ποίη­ση του photoshop υ­πο­δη­λώ­νουν ό­τι πέ­ρα και πά­νω α­πό τη σύν­θλι­ψη των σω­μά­των, η α­να­πα­ρά­στα­ση και με­τά­δο­σή τους εί­ναι συ­να­κό­λου­θο και σκο­πός της κα­κο­ποίη­σης. Αν ο ά­με­σος στό­χος τους ή­ταν η σάρ­κα, ο έμ­με­σος εί­ναι το κοι­νω­νι­κό φα­ντα­σια­κό, το συλ­λο­γι­κό «πνεύ­μα». Σε τι πρέ­πει να συ­νη­θί­σου­με λοι­πό­ν; Το ό­φε­λος δεν εί­ναι τό­σο η υ­πε­ρά­σπι­ση της α­σφά­λειάς μας α­πό τρο­μο­κρά­τες, ό­σο η δη­μό­σια α­πει­κό­νι­ση και συ­νεί­δη­ση του τι ση­μαί­νει να εί­ναι κα­νείς άν­θρω­πος στην πε­ρίο­δο της κρί­σης. Η α­κραία στρα­τη­γι­κή της βιο­ε­ξου­σίας ο­ριο­θε­τεί το αν­θρώ­πι­νο μέ­σα α­πό πρά­ξεις α­κραίας α­παν­θρω­πιάς που δια­πράτ­το­νται ε­πί της γυ­μνής ζωής. Το κρα­τι­κό μο­νο­πώ­λιο της βίας παίρ­νει έ­τσι μια ά­γρια α­πο­τρό­παια μορ­φή που εγ­γρά­φε­ται ως πο­λι­τι­κά ορ­θή και κοι­νω­νι­κά α­πο­δε­κτή, ως κά­τι κοι­νό­το­πο, στο ο­ποίο πρέ­πει να συ­νη­θί­σου­με.
Έτσι, λοι­πόν, πέ­ρα και έ­ξω α­πό τα κί­νη­τρα και τις ε­νέρ­γειες των α­στυ­νο­μι­κών, η ε­πι­κοι­νω­νια­κή στρα­τη­γι­κή της κυ­βέρ­νη­σης α­πευ­θύ­νε­ται στη φα­ντα­σία ό­λων μας. Από τη μια α­να­βαθ­μί­ζει την α­πει­λή της τρο­μο­κρα­τίας και των «ά­κρων» και α­πό την άλ­λη θυ­μί­ζει «θε­α­τρι­κά» το τε­ρά­στιο ο­πλο­στά­σιο ε­ξου­σιών, κυ­ρώ­σεων και α­γριό­τη­τας που δια­θέ­τει το κρά­τος. Τα τραύ­μα­τα και οι κα­κώ­σεις εί­ναι ση­μά­δια κυ­ριαρ­χίας, μιας δύ­να­μης που πρέ­πει να εμ­φα­νί­ζε­ται δί­καιη, και α­νε­ξάν­τλη­τη σαν την αγ­γε­λι­κή ρομ­φαία. Αλλά ε­δώ πι­θα­νώς βρί­σκου­με το «σύ­μπτω­μα» που α­πο­δο­μεί αυ­τό το θέ­α­τρο του ρι­ζι­κά κα­κού. Η ε­πί­δει­ξη α­γριό­τη­τας υ­πο­κρύ­πτει το φό­βο μιας ε­ξου­σίας που δεν μπο­ρεί να πι­στέ­ψει πια τον μύ­θο της πα­ντο­δυ­να­μίας της και για αυ­τό εκ­δρα­μα­τί­ζει το δέ­ος της. Μιας ε­ξου­σίας, η συ­νη­θι­σμέ­νη και κοι­νό­το­πη βία της ο­ποίας α­σκεί­ται στο σώ­μα και πνεύ­μα της πλειο­ψη­φίας των πο­λι­τών κά­τω α­πό τη μά­σκα της «κοι­νω­νι­κής σω­τη­ρίας». Αυ­τή α­κρι­βώς τη βία της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας προ­σπα­θεί να κρύ­ψει η βία της ε­ξαί­ρε­σης και η πα­ρα­βία­ση του φι­λε­λεύ­θε­ρου τα­μπού. Πρέ­πει, λοι­πόν, να κα­ταγ­γεί­λου­με την ε­ξου­σία για την πα­ρα­βία­ση μιας α­πα­γό­ρευ­σης που οι φι­λε­λεύ­θε­ροι α­νή­γα­γαν σε τα­μπού, αλ­λά πο­τέ δεν σε­βά­στη­καν πλή­ρως. Από την άλ­λη πλευ­ρά, το α­πό­λυ­τα κα­κό βρί­σκε­ται σή­με­ρα στην κα­θη­με­ρι­νή κα­κο­ποίη­ση του α­νέρ­γου και του με­τα­νά­στη, στα συ­νη­θι­σμέ­να βα­σα­νι­στή­ρια της υ­λι­κής και της η­θι­κής α­πό­γνω­σης. Αν τα βα­σα­νι­στή­ρια μο­λύ­νουν πα­ρα­βιά­ζο­ντας έ­να πρό­σφα­το τα­μπού, η κα­θη­με­ρι­νή κοι­νό­τυ­πη βία της ε­ξα­θλίω­σης βε­βη­λώ­νει τις το­τε­μι­κές α­να­φο­ρές της κοι­νω­νίας μας.


1. Alan Dershowitz, «Why Terrorism Works», Yale University Press, 2002.
2. Michael Ignatieff, «Lesser Evils», New York Times Magazine, 2 May, 2004, 3.
3. Bruce Ackerman, «Before the Next Attack», Yale University Press, 2006.
4. Darius Rejali, «Torture and Democracy», Prienceton University Press, 2009.
5. Κώ­στας Δου­ζί­νας, «Ρι­ζο­σπα­στι­κή Νο­μι­κή και Πο­λι­τι­κή Φι­λο­σο­φία», Νή­σος, 2012, κε­φά­λαιο 1.
 Του  Κώ­στα Δου­ζί­να

Πηγή epohi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου