Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τες και κομ­μου­νι­στές της Γερ­μα­νίας α­πέ­να­ντι στον Χίτ­λερ

Κυκλοφορεί ο τόμος 6 της Μαρξιστικής Σκέψης. Ο τόμος περιλαμβάνει κείμενα για την επικαιρότητα, το περιβάλλον, τη συνέχεια του αφιερώματος του τόμου 5 στο φασισμό και ένα εκτενές αφιέρωμα στους Μαρξ και Γκράμσι. Από τα περιεχόμενα του τόμου αναφέρουμε τις συνεντεύξεις του Γιάννη Δραγασάκη και της Σοφίας Σακοράφα για τις προοπτικές της Αριστεράς σε Ελλάδα και Ευρώπη, με αφορμή τις πρόσφατες ελληνικές εκλογές. Ακόμη, τα κείμενα των Ένγκελς, Ερνστ Φίσερ, Ντανιέλ Γκερέν, Ερνστ Μπλοχ, κ.ά. στο αφιέρωμα για το φασισμό και των Αλ. Χρύση, Χ. Χάιντμαν, Σ. Σέγιερς, Π. Τόμας κ.ά. στο αφιέρωμα για τους Μαρξ και Γκράμσι. Το παρόν κείμενο είναι μια εξιστόρηση του Ερνστ Φίσερ για τις εμπειρίες από ένα ταξίδι του στη Γερμανία, πριν την άνοδο των ναζί στην εξουσία, όπου είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει από πρώτο χέρι τη λαθεμένη πολιτική των δυο εργατικών κομμάτων, σοσιαλδημοκρατών και κομμουνιστών. Για περισσότερες πληροφορίες, Εκδόσεις Τόπος, τηλ.: 210 8222835. Βιβλιοπωλείο, τηλ. 210 3221580, Επικοινωνία: bookstore@motibo.com.




Tου
Ερνστ Φί­σε­ρ*


Αυ­τό που συ­νέ­βαι­νε στην Αυ­στρία ή­ταν α­ντα­νά­κλα­ση των ε­ξε­λί­ξεων στη Γερ­μα­νία, α­πά­ντη­ση, α­ντί­στα­ση. Σε μας δεν πρέ­πει να γί­νουν έ­τσι τα πράγ­μα­τα, ας μά­θου­με να τα κά­νου­με δια­φο­ρε­τι­κά!
Ο Ερνστ Τό­λερ εί­χε κα­λέ­σει τη Ρουθ κι ε­μέ­να στο Βε­ρο­λί­νο.
– Αν σας δο­θεί η ευ­και­ρία, να μι­λή­σε­τε με γερ­μα­νούς κομ­μου­νι­στές… εί­πε ο Ότο Μπά­ουε­ρ, ό­ταν τον α­πο­χαι­ρε­τού­σα.
– Θα συ­να­ντή­σω τον Βί­λα­ντ Χερ­τσφέλ­ντε, κι ελ­πί­ζω να μην κου­βε­ντιά­σω μο­νά­χα μ’ αυ­τόν.
Στο σα­λό­νι μιας έ­ξυ­πνης σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τισ­σας που κά­πο­τε την εί­χα α­γα­πή­σει και που εί­χα χω­ρί­σει α­π’ αυ­τήν ό­χι και πο­λύ ό­μορ­φα, μί­λη­σα με έ­ξυ­πνους αν­θρώ­πους α­πό τον κύ­κλο του Ότο Μπρά­ουν, του πρώ­σου πρω­θυ­πουρ­γού.
– Πή­γα­τε λοι­πόν στο Σπορτ­πα­λά­στ χτες κι α­κού­σα­τε τον Γκέ­μπε­λς. Πώς σας φά­νη­κε;
– Ο Γκέ­μπε­λς εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά έ­ξυ­πνος, ρή­το­ρας πε­ριω­πής. Ξέ­ρει τι γί­νε­ται, ό­χι μό­νο ε­ξω­τε­ρι­κά, αλ­λά κά­τω α­π’ το πε­τσί, στις μά­ζες, στην κοι­νω­νι­κή κυ­κλο­φο­ρία αί­μα­τος.
– Α ναι, το σύ­στη­μα, ό­πως το λέ­νε οι να­ζί. Το σύ­στη­μα, η αό­ρι­στη λέ­ξη που πε­ρι­λαμ­βά­νει τα πά­ντα, τα με­γά­λα μα­γα­ζιά, τους πλού­σιους Εβραίους, τους χορ­τά­τους α­στούς και τους πει­να­σμέ­νους α­νέρ­γους, έμ­με­ση προ­πα­γάν­δα ε­νά­ντια σ’ ό­λους και συγ­χρό­νως να υ­πο­σχό­μα­στε σ’ ό­λους τα πά­ντα, αυ­τό φέρ­νει φυ­σι­κά α­πο­τέ­λε­σμα…

«Ο Χίτ­λερ δεν θα πά­ρει την ε­ξου­σία»

Το Σπορτ­πα­λά­στ ή­ταν φί­σκα. Μί­λη­σα με πολ­λούς, με α­νέρ­γους, με πι­κρα­μέ­νους μι­κρο­α­στούς, με ορ­γι­σμέ­νους δια­νοού­με­νους. Το σύ­στη­μα – α­κρι­βώς αυ­τό εί­ναι ε­κεί­νο που μι­σούν. Μια αό­ρι­στη λέ­ξη, σύμ­φω­νοι – ό­μως με πά­ρα πο­λύ ε­κρη­κτι­κό υ­λι­κό μέ­σα της, α­ντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή διά­θε­ση, μια αό­ρι­στη λα­χτά­ρα για σο­σια­λι­σμό.
– Για το σο­σια­λι­σμό; Ο συ­νο­μι­λη­τής μου χα­μο­γέ­λα­σε κι αυ­τό το χα­μό­γε­λο γλί­στρη­σε α­πό το έ­να πρό­σω­πο στο άλ­λο, το κα­λό­γου­στα δια­κο­σμη­μέ­νο σα­λό­νι έ­γι­νε ό­λο έ­να χα­μό­γε­λο.
– Εί­ναι α­πό τη Βιέν­νη, εί­πε έ­νας άλ­λος.
– Α ναι, εί­πε έ­νας τρί­τος, συ­γνώ­μη…
– Πα­λιές ι­στο­ρίες, εί­πε έ­νας τέ­ταρ­τος. Κα­τη­γο­ρίες ό­πως πά­λη των τά­ξεων, προ­λε­τα­ριά­το, σο­σια­λι­σμός. Όλοι μας ή­μα­σταν κά­πο­τε νέ­οι…
– Οι μά­ζες στο Σπορτ­πα­λά­στ, για κά­ποιον που δεν ξέ­ρει το Βε­ρο­λί­νο, εί­ναι πο­λύ ε­ντυ­πω­σια­κές. Δεν υ­πο­τι­μού­με διό­λου το NSDAP, ό­μως…
– Ο Χίτ­λερ δεν θα πά­ρει πο­τέ την ε­ξου­σία….
– Ο στρα­τός δεν θα τον ά­φη­νε να πλη­σιά­σει.
– Ο Χί­ντε­μπουρ­γκ…
– Ο Σλάι­χε­ρ…
– Κι αν ό­μως έ­παιρ­νε την ε­ξου­σία;
– Πο­τέ!
– Ας υ­πο­θέ­σου­με ό­τι την παίρ­νει. Πο­λύ γρή­γο­ρα θα’ χει ξο­φλή­σει. Η βιο­μη­χα­νία χρη­μα­το­δο­τεί α­πλώς μιαν α­πει­λή, δεν θα χρη­μα­το­δο­τή­σει ό­μως μια πε­ρι­πέ­τεια που θα διαρ­κέ­σει. Η βιο­μη­χα­νία χρειά­ζε­ται η­ρε­μία. Ο λαός χρειά­ζε­ται η­συ­χία. Σο­σια­λι­σμός; Οι ση­μαίες δεν χορ­ταί­νουν, τα τα­μπούρ­λα δεν ε­ξα­σφα­λί­ζουν δου­λειά. Κα­τα­λα­βαί­νε­τε…
– Ο Χίτ­λερ στην ε­ξου­σία;
– Δεν πρό­κει­ται.

«Κι αν έρ­θει, δεν θα μεί­νει»...

– Ας έρ­θει. Το αρ­γό­τε­ρο σ’ έ­να χρό­νο θα ’χει ξο­φλή­σει. Τό­τε θα ’ρθει η δι­κή μας
σει­ρά.
Αυ­τό το τε­λευ­ταίο δεν ει­πώ­θη­κε στο σα­λό­νι της ό­μορ­φης σο­σιαλ­δη­μο­κρά­τισ­σας, πα­ρά στο σπί­τι του κομ­μου­νι­στή εκ­δό­τη Βί­λα­ντ Χερ­τσφέλ­ντε. Πολ­λοί άν­θρω­ποι κά­θο­νταν σε κα­ρέ­κλες, τρα­πέ­ζια, κι­βώ­τια, κι έ­νας πά­νω σε μια ντου­λά­πα, ο μι­κρο­σκο­πι­κός Τζον Χάρτ­φιλ­ντ, ο με­γα­λο­φυής ε­φευ­ρέ­της του φω­το­μο­ντάζ.
– Αν ο Χίτ­λερ έρ­θει στην ε­ξου­σία, τόλ­μη­σα ν’ α­ντι­τά­ξω, θα μεί­νει.
– Άκου να σου πω! Το ξέ­ρεις το γερ­μα­νι­κό προ­λε­τα­ριά­το;
– Ξέ­ρω τον ι­τα­λι­κό φα­σι­σμό, τον Μου­σο­λί­νι…
– Η Γερ­μα­νία δεν εί­ναι Ιτα­λία. Το ΚΚ Γερ­μα­νίας, α­τσα­λω­μέ­νο μέ­σα στις μά­χες…
– Δεν το ξέ­ρει α­κό­μα. Έρχε­ται α­πό τη Βιέν­νη.
– Α ναι. Η αυ­στρο­μαρ­ξι­στι­κή πα­ραλ­λα­γή.
– Ο Χίτ­λερ εί­ναι έ­να αν­δρεί­κε­λο του μο­νο­πω­λια­κού κα­πι­τα­λι­σμού και, πράγ­μα που ο ί­διος δεν ξέ­ρει και οι ερ­γο­δό­τες του δεν κα­τα­λα­βαί­νουν, εί­ναι έ­να τυ­φλό όρ­γα­νο της ι­στο­ρίας. Προ­ε­τοι­μά­ζει το έ­δα­φος…
– Για ποιο­ν;
– Για μας φυ­σι­κά. Το τα­ξι­κό έν­στι­κτο πολ­λών προ­λε­τα­ρίων δεν έ­χει α­κό­μη ω­ρι­μά­σει σε ε­πα­να­στα­τι­κή τα­ξι­κή συ­νεί­δη­ση. Η σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία εί­ναι ξο­φλη­μέ­νη γι’ αυ­τούς, αλ­λά δεν έρ­χο­νται α­κό­μα σε μας. Ψη­φί­ζουν τον Χίτ­λερ. Ο προο­ρι­σμός του εί­ναι να τους α­πο­σπά­σει α­πό τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία. Ύστε­ρα, μό­λις τους α­πο­γο­η­τεύ­σει, θα έρ­θουν μα­ζί μας. Εί­ναι σα­φές.
– Εί­ναι στ’ α­λή­θεια τό­σο σα­φές; ρώ­τη­σα.
– Τα ί­δια τα γε­γο­νό­τα βά­ζουν την προ­λε­τα­ρια­κή ε­πα­νά­στα­ση στην η­με­ρή­σια διά­τα­ξη.
– Αν εί­ναι έ­τσι – δεν θα ’ταν πιο σκό­πι­μο να ε­μπο­δι­στεί ο Χίτ­λε­ρ, να μην προ­λά­βει να πά­ρει την ε­ξου­σία, με μια συμ­μα­χία ό­λων των ερ­γα­τι­κών ορ­γα­νώ­σεω­ν;
– Εγώ πι­στεύω πως έ­χει δί­κιο! συμ­φώ­νη­σε κά­ποιος μα­ζί μου, έ­νας ως τό­τε σιω­πη­λός κομ­μου­νι­στής.
– Το κύ­ριο κοι­νω­νι­κό στή­ριγ­μα της μπουρ­ζουα­ζίας, ό­πως εί­ναι γνω­στό, ε, σύ­ντρο­φε, το ξέ­χα­σες; Όπως εί­ναι γνω­στό, εί­ναι η σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία.
– Εξα­κο­λου­θεί να εί­ναι;
– Ε, για να σου πω!
Ποιος εί­ναι ο κοι­νός α­ντί­πα­λος

– Μή­πως ό­μως σή­με­ρα α­να­λα­βαί­νει αυ­τόν τον προο­ρι­σμό ο ε­θνι­κο­σο­σια­λι­σμός; Κι η μπουρ­ζουα­ζία;…
– Δεν υ­πάρ­χει πια, έ­τσι;
– Εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κά δι­χα­σμέ­νη. Με το μέ­ρος του Χίτ­λερ εί­ναι μο­νά­χα έ­να τμή­μα της…
– Και το άλ­λο; Συ­νερ­γα­σία μ’ αυ­τό το μυ­στη­ριώ­δες άλ­λο τμή­μα; Τα­ξι­κή αρ­μο­νία;
– Δεν εί­πα τέ­τοιο πράγ­μα. Εννοώ, α­πλώς, ό­τι δεν θα ’πρε­πε να παί­ζου­με με τη σκέ­ψη ν’ α­φή­σου­με τον Χίτ­λερ να πά­ρει την ε­ξου­σία. Ο σύ­ντρο­φος α­π’ την Αυ­στρία έ­χει δί­κιο…
Κι άρ­χι­σε ο καυ­γάς α­νά­με­σα στους κομ­μου­νι­στές. Σε λί­γο μι­λού­σαν ό­λοι μα­ζί α­νά­κα­τα. Ο Βί­λα­ντ Χερ­τσφέλ­ντε προ­σπα­θού­σε κα­τά κά­ποιον τρό­πο να ε­πι­βά­λει την τά­ξη.
«Αφή­στε τον να τε­λειώ­σει!» Φω­νές, φα­σα­ρία. «Εκεί­νος έ­χει το λό­γο!» Εγώ έ­με­να
σιω­πη­λός, ά­κου­γα. Εδώ λοι­πόν υ­πήρ­χε ελ­πί­δα. Αντί­θε­ση. Ανα­ζή­τη­ση νέων ι­δεών. Προ­σα­να­το­λι­σμός προς έ­να ε­νιαίο μέ­τω­πο.
Ξαφ­νι­κά μια δια­πε­ρα­στι­κή φω­νή, α­π’ το μέ­ρος της ντου­λά­πας, ε­κεί που κα­θό­ταν ο Τζον Χάρτ­φιλ­ντ.
– Σύ­ντρο­φοι! Σας ζη­τώ να δια­κό­ψε­τε α­μέ­σως τη συ­ζή­τη­ση! Ανά­με­σά μας υ­πάρ­χει έ­νας σο­σιαλ­φα­σί­στας.
Κοί­τα­ξα γύ­ρω μου. Ησυ­χία. Ποιος;
– Εί­ναι α­πό­λυ­τα α­πα­ρά­δε­κτο να γί­νο­νται ε­σω­κομ­μα­τι­κές συ­ζη­τή­σεις μπρο­στά σ’ έ­να σο­σιαλ­φα­σί­στα.
Κοί­τα­ξα γύ­ρω μου. Σιω­πή. Όλοι κοί­τα­ζαν ε­μέ­να.
Ο σο­σιαλ­φα­σί­στας ή­μουν ε­γώ.
Θιγ­μέ­νος, ση­κώ­θη­κα, χαι­ρέ­τη­σα κι έ­φυ­γα.
– Μπο­ρώ να σας συ­νο­δέ­ψω; ρώ­τη­σε με ρω­σι­κή προ­φο­ρά έ­νας άν­θρω­πος που ως τό­τε δεν εί­χε βγά­λει λέ­ξη.
Πή­γα­με σ’ έ­να κα­φε­νείο. Ο συ­νο­δός μου ερ­γα­ζό­ταν στη Σο­βιε­τι­κή Πρε­σβεία.
– Ήθε­λα μό­νο να σας σφί­ξω το χέ­ρι, να σας πω: Έχε­τε δί­κιο. Ο Χίτ­λερ θα έρ­θει. Όλοι εί­ναι υ­πεύ­θυ­νοι γι’ αυ­τό. Το τί­μη­μα θα εί­ναι α­κρι­βό, τρο­με­ρά α­κρι­βό. Και θα το πλη­ρώ­σου­με βέ­βαια ε­μείς, πά­ντα ε­μείς, η Σο­βιε­τι­κή Ένω­ση.
Όταν ξα­να­γύ­ρι­σα στην Αυ­στρία κα­τα­λά­βαι­να κα­λύ­τε­ρα α­πό πρι­ν: Αυ­τό που έ­χει ση­μα­σία εί­ναι η ε­νό­τη­τα της ερ­γα­τι­κής τά­ξης, εί­ναι η προ­σπά­θεια να α­να­πτυχ­θεί έ­νας ε­πα­να­στα­τι­κός πυ­ρή­νας, μέ­σα σ’ αυ­τή την ε­νό­τη­τα, προ­φυ­λά­γο­ντάς την ό­χι υ­πο­νο­μεύο­ντάς την, έ­νας πυ­ρή­νας που ν’ α­πο­τε­λέ­σει την κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη.

* Ο Ερνστ Φί­σερ ή­ταν αυ­στρια­κός κομ­μου­νι­στής, συγ­γρα­φέ­ας σει­ράς δη­μο­φι­λών βι­βλίων και λο­γο­τε­χνι­κός κρι­τι­κός. Το πα­ρόν εί­ναι παρ­μέ­νο α­πό τις α­να­μνή­σεις του, Το Σο­σια­λι­στι­κό Όνει­ρο, εκδ. Ηρι­δα­νός, σελ. 283-87. Στα ελληνικά επίσης κυκλοφορε΄΄ι το βιβλίο του «Η αναγκαιότητα της Τέχνης».

epohi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου