Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΣΤΟΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΧΩΡΟ

Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η θρησκεία γενικότερα (και η χριστιανική ορθοδοξία ειδικότερα) παρέμειναν ο μοναδικός παράγοντας που συνέδεε με το παρελθόν τη νέα διαμορφούμενη πολιτική κατάσταση στον βαλκανικό χώρο. Η θρησκεία μεταβάλλεται σε «εθνική ταυτότητα» που αντιδιαστέλλεται με τις άλλες γειτονικές θρησκείες, αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία των εθνών-κρατών και την καλλιέργεια του μίσους μεταξύ των ανθρώπων (με τη διάχυση εθνικιστικών ιδεολογημάτων). Αυτή η κατάληξη είναι αποτέλεσμα της ίδιας της στάσης των χωρικών. Είναι αυτοί, που από τη μία με τις εξεγέρσεις τους «ταρακουνούν» την οθωμανική εξουσία (χαρακτηριστικά παραδείγματα η εξέγερση της Ερζεγοβίνης το 1875 που προκαλείται από την κακή σοδειά και την κατοπινή κακομεταχείριση των αγροτών από τους στρατιώτες που συνοδεύουν τους φοροεισπράκτορες και η αγροτική εξέγερση του 1907 στη Ρουμανία, εναντίον των Εβραίων εμπόρων που μισθώνουν γαιοκτησίες στη Μολδαβία, ενώ οι ντόπιοι κολλήγοι έχουν φτάσει στην εξαθλίωση, που καταστέλλεται με τη βοήθεια του ρουμανικού στρατού και στοιχίζει τη ζωή σε έντεκα χιλιάδες ανθρώπους). Από την άλλη, όμως, «γαντζωμένοι» στην εκκλησία δημιουργούν εκείνες τις προϋποθέσεις για τον χωρισμό των «Βαλκανίων» με «εθνοτικά» κριτήρια. Βέβαια, αυτή η προσήλωση οφείλεται, ως ενός σημείου, στο ρόλο της θρησκείας κατά την οθωμανική κυριαρχία, και πως από αυτή εξαρτάται η ζωή αυτών των ανθρώπων. Το γιατί, ακολουθεί παρακάτω…

Μεταξύ των υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπάρχει αδιαφορία για τις όποιες εθνικές κατηγοριοποιήσεις. Αυτό που εκφράζει το, κοινό σε αυτή την περίπτωση, αίσθημά τους είναι η πίστη σε μία θρησκεία (είτε αυτή είναι χριστιανική είτε είναι μουσουλμανική). Η γλωσσική και φυλετική ποικιλία που προσδιορίζει τους ανθρώπους που ζουν σε αυτή την περιοχή δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Η μόνη «ταυτότητα» που χρίζει ενδιαφέροντος είναι η θρησκευτική. Όπως μεταξύ των μουσουλμάνων δεν υπάρχουν κατηγοριοποιήσεις (είτε αυτοί είναι σιίτες, είτε σουνίτες, είτε τούρκοι, είτε άραβες, είτε κούρδοι), κάτι ανάλογο συμβαίνει και μεταξύ των χριστιανών (είτε αυτοί είναι σέρβοι, είτε σλάβοι, είτε έλληνες, είτε ρουμάνοι). Εκτός από τις δύο προαναφερθείσες θρησκείες (που ήταν και οι κυρίαρχες, με πρώτο τον χριστιανισμό), στον βαλκανικό χώρο υπάρχουν και εβραίοι, καθώς και καθολικοί (οι βασιλιάδες της Κροατίας ακολουθούν, για κάποια περίοδο, το λατινικό τυπικό και τον καθολικισμό, παρά τη σλαβική τους καταγωγή).

Ακόμη και μετά την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η ελληνική παιδεία κυριαρχεί μεταξύ των χριστιανών των «Βαλκανίων». Οι ρουμάνοι στις συναλλαγές τους με τους Οθωμανούς μιλούν την ελληνική γλώσσα, το ίδιο συμβαίνει και με τους εβραίους, τους σλάβους και τον ανώτερο κλήρο και τους ντόπιους ηγεμόνες της βόρειας Αλβανίας. Η γνώση της ελληνικής παραμένει ο κύριος δρόμος προς τη μόρφωση, την εκκλησιαστική ιεραρχία και την πολιτική εξουσία, κάτι που συνεχίζεται και επί οθωμανικής κυριαρχίας.

Πριν από την κατάκτηση των «Βαλκανίων», οι τούρκοι είχαν συμμαχήσει με το σύνολο των χριστιανικών δυνάμεων, τις οποίες αργότερα θα υποτάξουν και θα επιβάλλουν το ζυγό τους. Στην αρχή της ηγεμονίας του Μουράτ Α΄(1362-1389) στρατολογούνται τα καλύτερα χριστιανοπαίδια και δημιουργείται έτσι το λεγόμενο γενιτσαρικό τάγμα. Οι στρατολογούμενοι ονομάζονται καπικουλλαρί (δούλοι της Πύλης) και εξισλαμίζονται. Αυτοί οι εξισλαμισμένοι χριστιανοί (και κυρίως οι έλληνες) θα γίνουν εξέχοντα στελέχη (στρατιωτικά και πολιτικά) της οθωμανικής διοίκησης. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι οι εξισλαμισμένοι έλληνες έδωσαν τα τελειωτικά χτυπήματα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και συνέβαλλαν τα μέγιστα στη εγκαθίδρυση της οθωμανικής κυριαρχίας. Για παράδειγμα, «δεξί χέρι» του Πορθητή (1453) ήταν ο έλληνας καθηγητής του, Ζαγανός, ο οποίος σε αντίθεση με τους μωαμεθανούς συμβούλους του που τον προέτρεπαν να υποχωρήσει από την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, εκείνος τον συμβούλευε να επιμείνει. Στην Πελοπόννησο (1460-1461), ο εξισλαμισμένος έλληνας Μαχμούτ, βυζαντινός πρίγκιπας της οικογένειας των Αγγέλων, ήταν αυτός που την κατέκτησε.

Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453, οι χριστιανοί προσχωρούν στο Ισλάμ για πολλούς λόγους. Στις αρχές του 16ου αιώνα, εκατοντάδες χιλιάδες ακολουθούν αυτό τον δρόμο. Βόσνιοι και βυζαντινοί αριστοκράτες, μέλη της βασιλικής οικογένειας των Παλαιολόγων και άλλοι, εξισλαμίζονται και υπηρετούν τον σουλτάνο σε υψηλές θέσεις. Αλλά και πολλοί αγρότες, στρατολογούνται, μέσω του παιδομαζώματος που επιβάλλεται στις χριστιανικές κοινότητες των «Βαλκανίων». Στη Βοσνία, στην Κρήτη, στη Βουλγαρία, στην Αλβανία (τον 18ο αιώνα) και στην Κύπρο χριστιανοί χωρικοί προσηλυτίζονται πολλές φορές μαζικά. «Περισσότεροι από σαράντα χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τον χριστιανισμό», γράφει ο επίσκοπος του Ζάγκρεμπ το 1536. Ποιος είναι, όμως, ο λόγος που γίνεται κάτι τέτοιο;

Τα λόγια ενός έλληνα αρχιεπισκόπου του 15ου αιώνα, ότι οι χριστιανοί εξισλαμίζονται από «την επιθυμία να αποκτήσουν ασήμι, να γίνουν προύχοντες και να ζουν στη χλιδή» δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται και πολύ στην πραγματικότητα. Μετά από δύο με τρεις αιώνες οθωμανικής εξουσίας η Αυτοκρατορία αντιμετωπίζει συνεχώς όλο και πιο μεγάλα προβλήματα, με αποτέλεσμα οι πόλεμοι συνεχώς να οξύνονται (σε ένταση και να εκτείνονται). Για να καλύψει το υπέρογκο κόστος αυτών των συγκρούσεων αυξάνει τη φορολογία, η οποία ως επί το πλείστον επιβαρύνει τον αγροτικό πληθυσμό του βαλκανικού χώρου (που εισφέρουν περίπου τα δύο τρίτα των φορολογικών εσόδων όλης της Αυτοκρατορίας). Η ζωή στα χωριά του κάμπου γίνεται ανυπόφορη. Η βαριά φορολογία ανατρέπει ολόκληρο τον τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων, που στηρίζεται στην οικογενειακή αυτοκατανάλωση και την αυτάρκεια. Αυτός είναι και ο λόγος που ολόκληρα χωριά εγκαταλείπονται και οι κάτοικοί τους ανεβαίνουν στα βουνά. Εκεί, εξ αιτίας της πολύ άσχημης συγκοινωνίας (το οδικό δίκτυο δεν είναι ανεπτυγμένο) οι φοροεισπράκτορες δεν μπορούν να φτάσουν εύκολα, και οι βουνίσιοι έχουν ένα πλεονέκτημα ώστε να διαπραγματευτούν πιο ευνοϊκούς όρους με τη σουλτανική διοίκηση. Περιοχές όπως τα Άγραφα (παίρνουν τη συγκεκριμένη ονομασία από το γεγονός ότι οι κάτοικοι αυτών των βουνών δεν είναι γραμμένοι στα κατάστιχα των Οθωμανών, αν και κάτι τέτοιο αμφισβητείται από κάποιους ιστορικούς), τα αλβανικά υψίπεδα και το Μαυροβούνιο, είναι αυτόνομες και ελεύθερες. «Αν ο ηγεμόνας αποφασίσει να τους χτυπήσει σκληρά, δεν κάθονται να παζαρεύουν, παρά αρνούνται τελείως το δόσιμο και αποτραβιούνται στα πιο απρόσιτα μέρη των βουνών. Γι’ αυτό το λόγο οι ηγεμόνες δεν τους ζητούν ποτέ περισσότερα απ’ όσα τους οφείλουν».

Πέρα από την πιο βαριά φορολογία που πληρώνουν οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Αυτοκρατορίας (με το αιτιολογικό ότι δεν εκτελούν στρατιωτικές υποχρεώσεις), η υποδεέστερη θέση των μη μουσουλμάνων στον οθωμανικό κόσμο εκφράζεται και με άλλους νόμους: δεν τους επιτρέπεται να ιππεύουν άλογα, να φορούν πράσινα ή να χτίζουν εκκλησίες πάνω από ένα ορισμένο ύψος, ο λόγος τους δε μετράει όσο ο λόγος ενός μουσουλμάνου στα οθωμανικά δικαστήρια. Παρ’ όλα ταύτα, ο χριστιανισμός παραμένει η κυρίαρχη θρησκεία στον βαλκανικό χώρο, σε αντίθεση με τα εδάφη της Μικράς Ασίας, όπου η τουρκική γλώσσα και το Ισλάμ έχουν επικρατήσει, μέχρι και σήμερα, ύστερα από πολλά χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας.

Το γεγονός ότι το κομμάτι των «Βαλκανίων» που βρισκόταν υπό την εξουσία των Οθωμανών διατηρεί τη χριστιανική του «ταυτότητα», δηλαδή δεν επιχειρείται να εξισλαμιστεί, οφείλεται στα άμεσα και σημαντικά κέρδη της Αυτοκρατορίας από αυτή την κατάσταση. Η βαριά φορολογία που επιβάλλεται στους χριστιανούς υπηκόους είναι απαραίτητη για την ίδια τη ζωή τής Αυτοκρατορίας. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, τα φορολογικά έσοδα από αυτή την περιοχή είναι τα δύο τρίτα του συνόλου των φορολογικών εσόδων ολόκληρης της οθωμανικής επικράτειας. Επομένως, ένας αριθμός ανθρώπων που θα τροφοδοτεί με χρήμα και προϊόντα τα οθωμανικά στρατεύματα είναι εξ ίσου σημαντικός με τους στρατιώτες που πολεμούν.

Ένας άλλος λόγος, λιγότερο σημαντικός, που εμποδίζει τον εξισλαμισμό των χριστιανικών πληθυσμών, είναι η αντίδραση όσων πιστεύουν ότι αυτή η διαδικασία είναι ενάντια στο Κοράνι. Παρά το γεγονός ότι πολλοί προσήλυτοι υποχρεώνονται να αποδείξουν ότι πραγματικά θέλουν να ασπαστούν το ισλάμ, οι μουσουλμάνοι δεν συνηθίζουν να εκδιώκουν τους άπιστους ή αιρετικούς.

Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν από τη μεριά των Οθωμανών, μουσουλμάνων στο θρήσκευμα, οι «πατέρες» της ορθόδοξης εκκλησίας (όπως ο Πατριάρχης) δεν πηγαίνουν πίσω στην εκμετάλλευση των ανθρώπων.

Ο καθολικισμός δεν έχει κάποια ιδιαίτερη απήχηση στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι καταστροφές που προκάλεσαν οι καθολικοί στρατοί στους χριστιανούς του βαλκανικού χώρου, το 1204 και το 1444, οδηγεί όποιους χριστιανούς που αποφασίζουν να αλλάξουν θρήσκευμα, να ασπαστούν αυτό του Ισλάμ. Σε αυτό συμβάλλουν και οι Οθωμανοί κυρίαρχοι, οι οποίοι έχοντας στην υποτέλειά τους (;) τον Πατριάρχη, μπορούν να έχουν οφέλη και, φυσικά, τον έλεγχο της κατάστασης.

Στα μέσα του 18ου αιώνα, ο Πατριάρχης πιστεύοντας ότι η δράση των καθολικών στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας αυξάνεται, και ότι η αντίδραση της ορθοδοξίας μέχρι τότε ήταν χαλαρή, αποφασίζει να εντείνει τον έλεγχο που ασκούσε στις κοινότητες των πιστών του. Έτσι, τίθενται τα θεμέλια ενός συστήματος συγκεντρωτικής εκκλησιαστικής διακυβέρνησης που ονομάζεται «σύστημα των μιλέτ».

Την ίδια στιγμή, οι Οθωμανοί κυρίαρχοι παραχωρούν ένα είδος αυτονομίας στους χριστιανικούς πληθυσμούς και τους εβραίους, που το μόνο που θα πρέπει να κάνουν είναι να είναι νομιμόφρονες και να πληρώνουν τους φόρους. Την αποστολή της διεκπεραίωσης αυτών των δύο «υποχρεώσεων» των χριστιανών αναλαμβάνουν οι ορθόδοξοι πατριάρχες (με εξέχοντα ανάμεσά τους τον Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως). Με το πέρασμα του χρόνου, και με αφετηρία τα προαναφερθέντα γεγονότα, δίνεται στους πατριάρχες η εξουσία να φορολογούν το ορθόδοξο ποίμνιο και να απονέμουν δικαιοσύνη μέσω των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Μάλιστα, έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τούρκους στρατιώτες ως φρουρά-συνοδεία όταν πηγαίνουν να εισπράξουν τους φόρους (αλήθεια, τι χρειάζεται όλη αυτή η στρατιωτική ακολουθία αφού πηγαίνουν να εισπράξουν φόρους, για το «καλό της κοινότητας», από το «ποίμνιό» τους;). Μέσω όλων αυτών των διαδικασιών, δημιουργείται η εικόνα της πολιτικής αντιπροσώπευσης των ορθόδοξων υπηκόων της Αυτοκρατορίας στα ανώτατα κλιμάκια του οθωμανικού εξουσιαστικού οικοδομήματος.

Και αυτό είναι μόνο η αρχή. Πλέον, η εκκλησία έχει καταλάβει ότι μέσα στις διαμορφωθείσες συνθήκες μπορεί να επεκτείνει ακόμη περισσότερο την εξουσία της, τόσο στο βαλκανικό χώρο όσο και στην Ανατολή. Η διαφθορά επεκτείνεται και η καταπίεση γίνεται πιο έντονη όταν οι Φαναριώτες (εύπορες και δυτικομαθείς οικογένειες της Κωνσταντινούπολης που αποκτούν ρόλους στα ανώτατα κλιμάκια της οθωμανικής διοίκησης) επεκτείνουν την επιρροή τους και στο Πατριαρχείο. Μέσα σε έναν αιώνα περνούν από τη θέση του Πατριάρχη 61 πρόσωπα. Τα ανώτερα εκκλησιαστικά αξιώματα εξαγοράζονται και πουλιούνται στους Οθωμανούς αξιωματούχους. Ο συγκεντρωτικός διοικητικός χαρακτήρας του Πατριαρχείου έχει σαν αποτέλεσμα να αυξηθεί περισσότερο η φορολογία των χωρικών. Μάλιστα, τώρα πλέον οι «θρησκευτικοί πατέρες» έχουν καταγωγή, φυλετική και γλωσσική, διαφορετική από το «ποίμνιο» (κάτι τέτοιο συνέβη, για παράδειγμα, στη Bοσνία του 19ου αιώνα), με αποτέλεσμα να δημιουργούνται οι πρώτες εχθρότητες μεταξύ ομόθρησκων πληθυσμών, που αργότερα καταλήγουν στην εκδήλωση τοπικών και θρησκευτικών εθνικισμών, που κατέληξαν όπως τους γνωρίζουμε και σήμερα. Μέχρι τότε, ιστορικές μαρτυρίες που καταγράφονται, θέλουν τους ανθρώπους να λένε ότι «η εκκλησία μας είναι άγια, οι παπάδες μας είναι κλέφτες». Τώρα, το νέο ρητό των ελλήνων χωρικών είναι «η χώρα υποφέρει κάτω από τρεις κατάρες: τους παπάδες, τους κοτζαμπάσηδες και τους τούρκους, και βάζουν πάντα τα κακά αυτά με τούτη τη σειρά». Οι χριστιανικοί πληθυσμοί, που δεν είναι ελληνόφωνοι διακατέχονται από αισθήματα εκμετάλλευσης από την ελληνική (όπως την αποκαλούν) εκκλησία.

Κάπως έτσι, λοιπόν, εξελίσσονται οι θρησκείες στο βαλκανικό χώρο. Και κάπως έτσι δημιουργείται πρόσφορο έδαφος, με τις κινήσεις και τις πράξεις των εκπροσώπων τους, ικανοποιώντας τη δίψα τους για εξουσία, για την εκδήλωση των εθνικισμών, οι οποίοι υπάρχουν ως πραγματικότητα μέχρι και σήμερα. Σε αυτό βέβαια συμβάλλουν και οι ευρωπαίοι διαφωτιστές, οι οποίοι πολεμούν εναντίον της εκκλησίας για την ανάδειξη των εθνικών κρατών, σωτήρια, κατ’ αυτούς, λύση για την «ειρήνη» και σταθερότητα στα «βαλκάνια».

Τα θεμέλια πάνω στα οποία έχει στηριχθεί, μέχρι σήμερα, ο ελληνικός και τουρκικός εθνικισμός είναι «στα δεινά που πέρασε ο ελληνικός λαός από τους τούρκους», πως ο χριστιανισμός απειλήθηκε με εξαφάνιση από τους ισλαμιστές τούρκους. Τα παραπάνω γεγονότα, ιστορικά καταγεγραμμένα, αποδεικνύουν τη σαθρότητα αυτών των δογμάτων. Οι θρησκευτικοί άρχοντες, παράλληλα και σε συνεργασία με τους αντίστοιχους πολιτικούς, είτε πρόκειται για χριστιανούς είτε για ισλαμιστές (ή κάτι ανάμεσα στα δύο, υπάρχουν και αυτές οι περιπτώσεις) καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται τους υπηκόους τους, τους φτωχούς χωρικούς ως επί το πλείστον. Τους αναγκάζουν να ανέβουν στα βουνά για να καταφέρουν να ζήσουν ελεύθερα, δίχως εξουσία και φόρους πάνω από το κεφάλι τους. Οι εκπρόσωποι των θρησκειών, και δη της χριστιανικής, συνεργάζονται αρμονικά με τους Οθωμανούς κατακτητές, στελεχώνουν τις υπηρεσίες τους και τα στρατεύματά τους που οδήγησαν στην πτώση της βυζαντινής κυριαρχίας και στην εγκαθίδρυση μίας άλλης. Και δυστυχώς, στα «πλοκάμια» των εκπροσώπων των θρησκειών μπλέκονται εκατομμύρια ανθρώπων, με αποτέλεσμα να αγνοήσουν τους τρόπους ζωής και συνύπαρξης που είχαν αναπτύξει μέχρι τότε, και να συμβάλλουν ηθελημένα ή άθελά τους στην καλλιέργεια του μίσους και της εχθρότητας μεταξύ τους. Ένα μίσος και μία εχθρότητα που εκφράζονται κυνικά μέσα από το τεμαχισμό του βαλκανικού χώρου σε κράτη, με βάση «εθνότητες» [τα εισαγωγικά γιατί: σύμφωνα με την κυρίαρχη ιδεολογία ένα έθνος αποτελείται από ανθρώπους με κοινά χαρακτηριστικά η προέλευση των οποίων ανάγεται στο ιστορικό παρελθόν. Στην πραγματικότητα, οι διάφορες εθνότητες που παρουσιάζονται ως ομοιογενείς σήμερα, και συγκροτούν τα κράτη της βαλκανικής χερσονήσου, αποτελούνται από φυλές (και τις συνακόλουθες παραδόσεις και συνήθειές τους) οι οποίες είτε έχουν εξαλειφθεί βιαίως είτε έχουν «αφομοιωθεί» –και πάλι βίαια– κάτω από εθνικές σημαίες και ταυτότητες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι Τσάμηδες, οι Βλάχοι, οι Σαρακατσαναίοι, οι Πομάκοι, οι Αρβανίτες, οι Σλάβοι -γύρω από τους οποίους ερίζουν εθνικιστικοί κύκλοι του σκοπιανού και του ελλαδικού χώρου.

Σημείωση 1:  Όσον αφορά το κείμενο: ο όρος «βαλκάνια» τοποθετείται σε εισαγωγικά, γιατί στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε με την έννοια που του έχουν προσδώσει σήμερα (αν θέλουμε να μετρήσουμε τα χρόνια ζωής του, αυτά δε ξεπερνούν τα 200 χρόνια). Οι Οθωμανοί δεν εξουσίαζαν τα «βαλκάνια» αλλά τη Ρούμελη, τα παλιά εδάφη των Ρωμαίων που είχαν πάρει μετά την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα, Βαλκάνια ονομαζόταν η οροσειρά του Αίμου, που διέσχιζε κανείς για να πάει από την κεντρική Ευρώπη στην Κωνσταντινούπολη. Κάποιοι γεωγράφοι που πίστευαν ότι αυτή η οροσειρά εκτείνεται σε ολόκληρη τη χερσόνησο, έδωσαν το όνομά «βαλκάνια» και σε αυτήν. Μέχρι και το 1880, όμως, σπάνια χρησιμοποιούταν ο όρος «βαλκάνια», ενώ ακόμη πιο σπάνια παρατηρούνται αναφορές σε «βαλκανικούς λαούς» (υπήρχαν αναφορές μόνο για σλάβους και έλληνες, με βάση το γεγονός ότι αποτελούσαν ορθόδοξους πληθυσμούς). Μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα οι ιστορικοί και μελετητές χρησιμοποιούν τον όρο «ευρωπαϊκή Τουρκία» για να αναφερθούν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που βρίσκονται στη νοτιοανατολική ευρωπαϊκή χερσόνησο. Η ριζική αλλαγή, και εισαγωγή του όρου «βαλκάνια» γίνεται στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις «ξεχνούν» την «ευρωπαϊκή Τουρκία» και ονομάζουν την περιοχή, εδάφη της οποίας διεκδικούν πέντε τουλάχιστον χώρες, «βαλκάνια» (ένας όρος που παγιώνεται στις συνειδήσεις το 1912, με τον Α΄ βαλκανικό πόλεμο). Κάθε σημαντική πολιτική αλλαγή, κάθε αλλαγή προς όφελος των κυριάρχων, απαιτεί και μία άλλη, «τυπική», αλλαγή που θα μείνει ριζωμένη στις συνειδήσεις –και όπως ο χρόνος δείχνει– και στην ιστορία. Και η αλλαγή του ονόματος μίας περιοχής, ενός χώρου, είναι μία καλή αρχή…

Σημείωση 2: Οι εθνότητες οι οποίες αναφέρονται στο παραπάνω κείμενο (ρουμάνοι, σέρβοι, βούλγαροι, αλβανοί, έλληνες κ.α.), δεδομένου ότι αποτελούνταν και αποτελούνται από ομάδες ανθρώπων με ανάλογη ή μεγαλύτερη ανομοιογένεια, θα έπρεπε να τοποθετούνται σε εισαγωγικά. Για λόγους καλαισθητικούς και επικέντρωσης στο θέμα που μας ενδιαφέρει χωρίς να παρεκκλίνουμε από αυτό με εκτενείς υποσημειώσεις για κάθε λέξη, δεν γίνεται πληθωρική χρήση των εισαγωγικών.

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 36, Φεβρουάριος 2005

Πηγές:

Τα Βαλκάνια, Μαρκ Μαζάουερ, Μάρτιος 2004, εκδόσεις Πατάκη

Τουρκοκρατία: Οι έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Γ. Δ. Μεταλληνός, Μάιος 1998, εκδόσεις Ακρίτας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου