Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Η ΝΥΧΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΠΗΤ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ: Η ΓΚΟΘΑΜ ΤΟΥ ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ

“Ίσως και να το διασκεδάζει, τη μεγαλύτερη πόλη που είδε ποτέ ο άνθρωπος.”

Η Νέα Υόρκη είναι αναμφισβήτητα μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές μούσες της σύγχρονης ιστορίας — ο Φρανκ O’ Χάρα εξυμνούσε τα βρώμικα δρομάκια της, ο Γκάι Ταλιζ θαύμαζε την κοινωνική τάξη των γατών της, και αμέτρητοι δοκιμιογράφοι διοχέτευαν τη δόξα του Σέντραλ Παρκ. Μεταξύ των πολλών θαυμαστών της Γκόθαμ ήταν και ο Τζακ Κέρουακ — παθιασμένος έφηβος χρονικογράφος, συμβουλεύων κατά της κοινής γνώμης, σοφός της λογοτεχνίας και της ζωής. Το κεφάλαιο με τίτλο “Σκηνές απ’ τη Νέα Υόρκη” από το κόσμημα του ’60 του Κέρουακ Μοναχικός Ταξιδιώτης — ένα είδος αφηγηματικής συναισθηματικής χαρτογραφίας του Μανχάταν, υφασμένης με συναρπαστικά σχέδια της ζωηρής ζωής της Γκόθαμ και καστ χαρακτήρων όπως αυτό καταγράφεται στα ταξιδιωτικά περιοδικά του Κέρουακ, γραμμένα στο χαρακτηριστικό του ύφος της αυθόρμητης πρόζας, συμπληρωμένο με τη διάσημη περιφρόνησή του για τις αποστρόφους.


Ανοίγει το κεφάλαιο με μια στοργική εκτίμηση της μητέρας του, μια διαθήκη για τη δύναμη των γονιών να καλλιεργούν την ιδιοφυΐα και να ενθαρρύνουν την “οριζόντια ταυτότητα”:

Η μάνα μου ζούσε μόνη της σε ένα διαμερισματάκι στη Τζαμάικα, του Λονγκ Άιλαντ, δουλεύοντας σ’ ένα εργοστάσιο παπουτσιών και περιμένοντάς με να γυρίσω, για να της κάνω παρέα και να τη συνοδεύω στο Ρέιντιο Σίτυ μια φορά το μήνα. Είχε έτοιμο ένα μικροσκοπικό υπνοδωμάτιο για μένα, καθαρά ρούχα στο συρτάρι, καθαρά σεντόνια στο κρεβάτι. Ήταν απόλαυση μετά όλους αυτούς τους υπνόσακους και τις κουκέτες και το χώμα των σιδηροδρόμων. Ήταν μια ακόμα απ’ τις πάμπολλες ευκαιρίες που μου ‘χε προσφέρει σ’ όλη της τη ζωή, να κάθομαι απλώς σπίτι και να γράφω.

Πάντα της έδινα όσα λεφτά μου περίσσευαν. Άραζα και κοιμόμουν γλυκά επί ώρες, αυτοσυγκεντρωνόμουνα μέρες ολόκληρες, έγραφα κι έκανα μεγάλες βόλτες στο αγαπημένο παλιό Μανχάταν, μισή ώρα με τον υπόγειο. Γύρναγα στους δρόμους και τις γέφυρες στην Τάιμς Σκουέαρ, στις καφετέριες, την αποβάθρα, έψαχνα τους μπήτνικ ποιητές φίλους μου, κι αλώνιζα μαζί τους, ερωτευόμουνα κορίτσια απ’ το Βίλλατζ, έκανα οτιδήποτε μ’ αυτή την παλαβή διάθεση που έχει κανείς όταν γυρίζει στη Νέα Υόρκη.

Ο Κέρουακ προχωρεί στο να μας προσκαλέσει στον εσωτερικό κύκλο των μπήτνικς και την εμπειρία τους στην πόλη:

Οι φίλοι μου κι εγώ έχουμε στη Νέα Υόρκη έναν ιδιαίτερο τρόπο να περνάμε ωραία, χωρίς να ξοδεύουμε πολλά, και πάνω απ’ όλα, χωρίς να καθηλωνόμαστε από τυπικότητα και βαριεστημάρα, όπως, για παράδειγμα, έναν υπέροχο χορό στο Δημαρχείο. Δεν χρειάζεται να χαιρετιόμαστε και να κλείνουμε ραντεβού, και είμαστε εντάξει. Κατά κάποιον τρόπο, αλωνίζουμε σαν τα παιδιά. Κάνουμε έφοδο στα πάρτυ και εξηγούμε σ’ όλο τον κόσμο τι κάναμε όλη μέρα κι όλοι νομίζουν ότι κάναμε επίδειξη. Λένε: «Για κοίτα τους μπήτνικς!»

Στη συνέχεια προσφέρει μια ξενάγηση της Νέας Υόρκης των μπήτνικς, γεμάτη από Κερουακ-ισμούς (“Οι άνδρες αγαπάνε τα μπαρ και τα καλά μπαρ θα ‘πρεπε να τα αγαπάνε”) και ασεβή ρομαντισμό (“…μερικοί ρομαντικοί ήρωες που μόλις ήρθαν απ’ την Οκλαχόμα, με φιλοδοξία να καταλήξουν στην αγκαλιά κάποιας απροσδιόριστης ξανθιάς σε μια σοφίτα του Εμπάιρ Στέητ Μπίλντινγκ.”) Ένα ένα σκιαγραφεί μερικά από τα πιο εμβληματικά σημεία και πρόσωπα του Μανχάταν, έπειτα μας παίρνει στο καμάρι της τουριστικής ατραξιόν και το γλυκοκοιτάζει με ίσα μέρη κυνισμού και δέους:

Τί δουλειά έχει η ίδια η πλατεία των Τάιμς; Ίσως και να το διασκεδάζει, τη μεγαλύτερη πόλη που είδε ποτέ ο άνθρωπος. Έχουν καμιά πλατεία των Τάιμς στον Άρη; Τί θά ‘κανε ένας εξωγήινος στην Τάιμς Σκουέαρ; Ή ο Άγιος Φραγκίσκος;

Στη συνέχεια, στρίβει στη γωνία της 42ης Οδού και της 8ης Λεωφόρου, “δίπλα στο ντράγκστορ του Γουέλαν,” για να αντηχήσει το αιώνιο μοιρολόι της Νέας Υόρκης για το συνεχώς μεταβαλλόμενο τοπίο της πόλης:

Απέναντι βλέπεις τα πρώτα ερείπια της Νέας Υόρκης, το ξενοδοχείο Γκλόουμπ, που κατεδαφίζεται, σα να λείπει κάποιο δόντι, από την 44η Οδό. Το πράσινο κτίριο του Μακ Γκρόου Χιλς υψώνεται στον ουρανό, ψηλότερα απ’ όσο μπορείς να φανταστείς. Μοναχικό, προς το μέρος του ποταμού Χάντσον, όπου φορτηγά καράβια περιμένουν μέσα στη βροχή ασβεστόλιθο απ’ το Μοντεβιδέο.

Γλιστρώντας στο κέντρο της πόλης για λίγη νυχτερινή ζωή, ο Κέρουακ μας μεταφέρει στο Ηστ Βίλλατζ για να συναντήσουμε κάποιους θρύλους της τζαζ και αφηγείται ένα γοητευτικό ανέκδοτο για τον μπήτνικ αδελφό του, Άλεν Γκίνσμπεργκ, που κάποτε μπέρδεψε διάσημα την Πάττι Σμιθ με “ένα πολύ όμορφο αγόρι.”

Το Φάιβ Σποτ στην Πέμπτη Οδό, στη γωνία με τη Μπάουερ, καμιά φορά φιλοξενεί τον Θελόνιους Μονκ στο πιάνο, όποτε πας εκεί. Αν ξέρεις τον ιδιοκτήτη, κάθεσαι σ’ ένα τραπεζάκι με τζάμπα μπύρα. Αν όχι, τότε μπαίνεις στη ζούλα, στέκεσαι δίπλα στον εξαερισμό και ακούς. Πάντα γεμάτο το Σαββατοκύριακο. Ο Μονκ σκέφτεται, αφηρημένος θανατερά, κλονκ, κάνει μια δήλωση, το πελώριο πόδι του χτυπάει μαλακά το πάτωμα, το κεφάλι γέρνει απ’ τη μια μεριά ακούγοντας, μπαίνει το πιάνο.

Ο Λέστερ Γιάνγκ έπαιζε εκεί πέρα λίγο πριν πεθάνει κι ανάμεσα στις παραστάσεις καθόταν στην κουζίνα. Ο φιλαράκος, ο Άλεν Γκίνζμπεργκ, πήγαινε πίσω κι έπεφτε στα γόνατα και τον ρώταγα τι θά ‘κανε, αν μια ατομική βόμβα έπεφτε στη Νέα Υόρκη. Ο Λέστερ έλεγε ότι θά ‘σπαζε το τζάμι του Τίφανυς να βουτήξει μερικά πετράδια, έτσι κι αλλιώς. Ρωτούσε ακόμα: «Τί κάνεις εκεί πέρα γονατιστός;», χωρίς να συνειδητοποιεί ότι είναι ένας μεγάλος ήρωας της γενιάς των μπητ, στο θρόνο του. Το Φάιβ Σποτ είναι μισοφωτισμένο, έχει μυστήρια γκαρσόνια, πάντα καλή μουσική, καμιά φορά ο Τζων Κολτρέην, «Το τραίνο», ξεχύνει τους άγαρμπους ήχους απ’ το μεγάλο τενόρο-κόρνο του, γεμίζοντας το μέρος. Σαββατοκύριακο, καλοντυμένοι αστοί παστώνονται στο μαγαζί, κουβεντιάζοντας συνέχεια. Κανείς δε νοιάζεται.

 Στη συνέχεια στρέφεται στη σκηνή των συγκεντρώσεων των άντεργκραουντ καλλιτεχνών, κοσμικών, και λογοτεχνικών τύπων. Ένας από αυτούς, ο Λιρόι Τζόουνς, που δημοσίευσε μόνος του το Yugen Magazine “σ’ ένα μικρό ελεεινό μηχάνημα, ολονών τα ποιήματα είναι τυπωμένα εκεί μέσα,” ο Κέρουακ περιγράφει ως έναν “ιστορικό εκδότη, μυστικό χίπστερ του συναφιού” — μια πρώιμη χρήση του “χίπστερ” στην αυγή του δημοφιλούς νεολογισμού του. Στη συνέχεια όμως, πιστός στο ατίθασο μπητ πνεύμα, παροτρύνει:

Πάμε να φύγουμε από δω, είναι πολύ λογοτεχνικά, ας πάμε να μεθύσουμε στο Μπάουερυ ή να φάμε καμιά χυλόπιτα με τσάι στο Χονγκ Πατ στην Τσάιναταουν. Γιατί τρώμε συνεχώς; Ας περπατήσουμε ως τη Μπρούκλιν Μπριτζ να μας ανοίξει η όρεξη. Τί θα λέγατε για τίποτα μπάμιες στη Σάντρα Στρητ;

Σκιές του Χαρτ Κρέιν!

Αλλά η φουλ ζωντάνια του Μανχάταν και το πλήθος των εκκεντρικών χαρακτήρων του, το πλήρες φάσμα της μπήτνικ ύπαρξης στην πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, έρχεται φλογερό κάτω από το βλέμμα του Κέρουακ στο Βίλατζ:

Ας ξαναγυρίσουμε στο Βίλατζ να σταθούμε στη γωνιά της Ογδόης Οδού με την Έκτη Λεωφόρο και να χαζεύουμε τους διανοούμενους που περνάνε. Ανταποκριτές του Ασοσιέιτεντ, σουλατσάρουν προς τα σπίτια τους, υπόγεια στη Γουάσινγκτον Σκουέαρ, κυρίες της σύνταξης με πελώρια γερμανικά λυκόσκυλα που σπάνε τις αλυσίδες τους, μοναχικοί τύποι που λιώνουν παραδίπλα, άγνωστοι ειδικοί πάνω στον Σέρλοκ Χολμς με γαλάζια νύχια ανεβαίνουν στα διαμερίσματά τους να πάρουν σκοπολαμίνη, ένας μπρατσωμένος νεαρός μ’ ένα φτωχό γκρίζο γερμανικό κοστούμι εξηγεί κάτι το εξωτικό στην παχιά φιλενάδα του, σοβαροί εκδότες σκύβουν ευγενικά στο κιόσκι των εφημερίδων ν’ αγοράσουν κάποιο πρώτο φύλλο των Τάιμς, χοντροί αχθοφόροι, που μοιάζουν να βγήκαν από ταινία του Τσάρλυ Τσάπλιν του 1910, γυρίζουν σπίτια τους με τσάντες γεμάτες κρεατικά για να ταΐσουν όλο τον κόσμο, ο μελαγχολικός αρλεκίνος του Πικάσο είναι τώρα ιδιοκτήτης κορνιζάδικου, χαζεύει τη γυναίκα του και το νεογέννητο παιδί του, σταματάει κάποιο ταξί, άτσαλοι μηχανικοί ηχογραφήσεων τρέχουν φορώντας γούνινα καπέλα, αρτίστες από την Κολούμπια με προβλήματα σε στυλ Ντ. Χ. Λώρενς κάνουν καμάκι σε πενηντάρηδες στο Κετλ οβ Φις, το μελαγχολικό φάσμα των γυναικείων Φυλακών της Νέας Υόρκης υψώνεται μέσα στο σκοτάδι της νύχτας —στο ηλιοβασίλεμα τα παράθυρα μοιάζουν με πορτοκάλια— ο Κάμινγκς, ο ποιητής, αγοράζει σταγόνες για το βήχα κάτω απ’ τη σκιά αυτού του τερατουργήματος. Όταν βρέχει, στέκεσαι κάτω απ’ το στέγαστρο μπροστά απ’ του Χάουαρντ Τζόνσον και χαζεύεις το δρόμο απέναντι.

Ο άγγελος των μπήτνικς, ο Πήτερ Ορλόφσκυ, αγοράζει μπισκότα στο σούπερ-μάρκετ, μισό τετράγωνο παρακάτω (είναι, βλέπεις, Παρασκευή βράδυ), παγωτό, χαβιάρι, μπέικον, αλμυρά, σόδα, οδηγό τηλεόρασης, βαζελίνη, τρεις οδοντόβουρτσες, γάλα με σοκολάτα (ενώ ονειρεύεται ψητό γουρουνόπουλο γάλακτος), ολόκληρες πατάτες απ’ το Αιντάχο, σταφιδόψωμο, σκουληκιασμένο λάχανο κατά λάθος, φρέσκιες ντομάτες και βιολετιά γραμματόσημα για τη συλλογή του. Μετά γυρνάει σπίτι του άφραγκος, τ’ αδειάζει όλα στο τραπέζι, βγάζει ένα πελώριο βιβλίο του Μαγιακόφσκυ, ανάβει την τηλεόραση, μοντέλο του ’41, στην ταινία τρόμου και πέφτει για ύπνο.

Αυτό είναι η νύχτα για τους μπητ στη Νέα Υόρκη.



Πηγή aixmi.wordpress.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου