Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Συνέντευξη του Αντρέ Γκόρζ: Άτομο, κοινωνία, κράτος (I)

“Όσο πιο αντιφατικό είναι ένα οικογενειακό περιβάλλον, τόσο πιο αδύνατο γίνεται να προσχωρήσει κανείς στις αξίες του, ή να τις δει έστω σαν αξίες , τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να νιώσει το παιδί καταδικασμένο στην αυτονομία. Για να την πραγματώσει αυτή την αυτονομία θα του χρειαστούν ακόμα πολιτισμικά μέσα που, στις κοινωνίες μας, μπορούν να προσφέρουν μονά χα οι γονείς ή αυτοί που τους αντικαθιστούν. Χοντρικά, τα αυτόνομα άτομα, και κυρίως οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι, κλπ., προέρχονται τις περισσότερες φορές από οικογένειες όπου η πατρική εξουσία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη ή ελλιπής και όπου κάποιος άλλος είχε μια προτίμηση στις ιδέες, τα βιβλία, την τέχνη ή απλά μια αφυπνισμένη περιέργεια.” Αντρέ Γκορζ.

Με μια λέξη, τα αυτόνομα άτομα είναι άτομα στα οποία η κοινω­νικοποίηση παρέμεινε ελλιπής: σ’ αυτούς το κομμάτι της μη κοι­νωνικοποιημένης ύπαρξης υπερτερεί πάνω στο κοινωνικοποιημένο κομμάτι. Η κοινωνία, η κάθε κοινωνία, τους εμφανίζεται σαν τυχαία, σχεδόν συμπτωματική, μάλλον παράλογη και σε κάθε περί­πτωση εξωτερική. Έχουν μόνιμα συνείδηση ότι οι κανόνες και οι νόμοι λειτουργίας της κοινωνίας δεν συμπίπτουν με την ίδια την απαίτηση, ηθική ή αισθητική, του ατόμου και των σχέσεων ανάμε­σα στα άτομα. Υπάρχει μια αξεπέραστη αλλοτρίωση, όποιος και αν είναι ο τύπος της κοινωνίας.

Και θεωρείς πως αυτή η αλλοτρίωση δεν μπορεί να εξαλειφθεί:

Μπορούμε να την μειώσουμε, να περιορίσουμε τη σημασία της στο χρόνο και τον χώρο, αλλά όχι να την εξαλείψουμε πλήρως. Αντίθετα, πιστεύω πως ο ισχυρισμός ότι θα εξαλειφθεί πλήρως οδηγεί μονάχα στο να την αρνούμαστε και αυτή η άρνηση είναι ίδιον του ολοκληρωτισμού, συμπεριλαμβανομένου ιδιαίτερα, του σοσιαλιστικού ολοκληρωτισμού. Αυτός, με τον ένα ή άλλο τρόπο, λέει πάντα στα άτομα: «Βρισκόμαστε στην καλύτερη δυνατή κοινωνία, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και αδερφοί, άρα αν εσύ δεν είσαι ευτυχισμένος, αν δεν ταυτίζεσαι ανεπιφύλακτα με τον κοινωνικό σου ρόλο, είναι γιατί είσαι άτομο διεστραμμένο, κακό, εγκληματι­κό ή τρελό, ή ακόμα ένας εχθρός του λαού πληρωμένος από τους ιμπεριαλιστές».

Αλλά όποιο και αν είναι το πολιτικό καθεστώς, η κάθε κοινωνία είναι από μερικές πλευρές μια μεγάλη μηχανή, για την καλή λει­τουργία της οποίας απαιτείται από τα άτομα να υποτάσσονται κά­ποιες στιγμές σε τεχνικές επιταγές που η εκτέλεσή τους δεν έχει τίποτα το ενθουσιαστικό ή το ευεργετικό. Στην Κίνα, για παράδειγ­μα, μια από αυτές τις επιταγές είναι να ρίξουν σαν λίπασμα στα χωράφια τα ανθρώπινα κόπρανα. Μπροστά σ’ αυτή την αναγκαιό­τητα υπάρχουν δύο δυνατές στάσεις:

—μπορεί κανείς να πει, εντάξει, είναι μια απαίσια αγγαρεία που κανένας δεν έχει όρεξη να αναλάβει. Θα την μοιραστούμε λοιπόν έτσι ώστε ό καθένας ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό τον λιγότερο δυνατό χρόνο·

—μπορούμε όμως επίσης, πράγμα που-έγινε στην Κίνα, να ξεκι­νήσουμε από την αρχή ότι το συλλογικό συμφέρον του θριάμβου της Μεγάλης Προλεταριακής Επανάστασης απαιτεί από τον καθέ­να να ταυτιστεί με τη συλλογική υπόθεση και να αρνηθεί την προ­σωπική του απαίτηση, για να υπηρετήσει καλύτερα την κοινωνία. Έτσι ο καλός πολίτης χαρακτηρίζεται ήρωας που θυσιάζεται ευχα­ρίστως για την Επανάσταση και που βρίσκει τη μεγαλύτερη προ­σωπική του ικανοποίηση στη λίπανση των αγρών.

Αυτή η εργασία παρουσιάζεται όχι πια σαν αγγαρεία αλλά σαν ένα ηθικό και πα­τριωτικό καθήκον. Για να είναι κανείς καλός πολίτης πρέπει να του αρέσει αυτή η δουλειά. Και καθώς υπάρχουν άνθρωποι, οι διανοού­μενοι, για τους οποίους έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι δεν τους αρέσει αυτή η δουλειά, θα τους στείλουμε σ’ αυτή πριν απ’ όλους και από πάνω θα τους ζητήσουμε να την εξυμνήσουν και να ευχαριστήσουν τον Μεγάλο Τιμονιέρη που τους βοήθησε ν’ ανα­καλύψουν τη χαρά αυτής της ασκητικής ζωής.

Μέχρι τώρα, όλα τα σοσιαλιστικά καθεστώτα επέβαλαν αυτή τη θρησκεία της εργασίας και την εξυμνούσαν αρνούμενοι την αλλο­τρίωση που εμπεριέχει. Αν η εργασία ήταν πράγματι ευχάριστη και ευεργετική, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να εξυμνείται. Στην πραγματικότητα, ξέρουμε πως δεν έχει αλλάξει και πως, σοσιαλι­στική ή καπιταλιστική, μια κοινωνία μεγάλων μονάδων παραγωγής διατηρεί την πλευρά μεγάλη μηχανή και βάζει τους ανθρώπους στην υπηρεσία της λειτουργίας των μεγάλων υλικών συστημάτων αντί τα υλικά συστήματα να χρησιμεύουν στην ολόπλευρη ανάπτυ­ξη του καθένα και όλων.

Ωστόσο, αναπτύσσοντας την αυτόνομη εργασία, δεν σκοπεύουμε α­κριβώς σε μια υλική αναδιοργάνωση της κοινωνίας που θα της αφαιρεί αυτή την πλευρά της μεγάλης μηχανής; Ο σκοπός δεν είναι να κομματια­στεί όλο αυτό που, εξαιτίας των μεγάλων του διαστάσεων, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο αυτοδιαχείρισης, ώστε να ανακαλύψουμε ξανά την αυ­τόνομη εργασία; Μέσα στην ιδέα της αυτόνομης εργασίας, ενυπάρχει σαφώς η ιδέα της επιστροφής σε μια σχέση κατανοητή και βιωμένη ανάμεσα στις ανάγκες του ατόμου και της ομάδας από τη μια και την παραγωγή του, τις ανταλλαγές του με τους άλλους από την άλλη. Μέχρι πού λοιπόν μπορεί να φτάσει αυτή η σφαίρα της αυτονομίας; Για ποιους οικονομικούς, κοινωνικούς ή πολιτικούς λόγους Θα εξακολουθεί να συ­ναντά αξεπέραστα όρια, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση της ιστορίας;

Αν επιμένω στο γεγονός ότι κάθε κοινωνία έχει την πλευρά μεγά­λη μηχανή και αποτελεί για τα άτομα μια κάποια κοινωνική αλλο­τρίωση, το κάνω γιατί πρέπει, ξεκινώντας από την αναγνώριση αυτού του γεγονότος, να προσπαθήσουμε να περιορίσουμε στο ελά­χιστο τους θεσμούς, τα «εργαλεία», με την έννοια που τους δίνει ο Ίλλιτς, και τις δραστηριότητες που προϋποθέτουν και διατηρούν αυτή τη λειτουργία μεγάλης μηχανής. Αλλά δεν πρόκειται να τα εξαλείψουμε ολοσχερώς: για να μην υπάρχουν εξωτερικά όρια στη σφαίρα των αυτόνομων δραστηριοτήτων, θα έπρεπε ο κόσμος ν’αποτελείται αποκλειστικά από μικρο-επιχειρήσεις, αυτοδιαχειριζόμενες από τα μέλη τους, που θα ενώνονται εθελοντικά και, ακόμα, αυτές οι μικρο-επιχειρήσεις να είναι τέλειες νησίδες. Πράγμα που, χοντρικά, αντιστοιχεί στο στάδιο των κοινωνιών των φυλών, τέ­τοιων που υπήρχαν μέχρι πρόσφατα ακόμα στην Αμαζονία, εντε­λώς απομονωμένες η μία από την άλλη.

Η αυτόνομη παραγωγή είναι στην ουσία της μια βιοτεχνική πα­ραγωγή στην οποία το άτομο ή η συμβιωτική ομάδα έχει τον έλεγ­χο των μέσων παραγωγής, της εργασιακής διαδικασίας και του προϊόντος τόσο στη σύλληψη όσο και στην ποιότητά του. Αλλά φυσικά, το ζήτημα δεν είναι να επιστρέψουμε στον τροχό, τον νε­ρόμυλο και την οικιακή οικονομία ή την οικονομία του χωριού για να καλύψουμε το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών. Η αυτόνομη παραγωγή, έτσι όπως την αντιμετωπίζουμε σήμερα, γίνε­ται ή θα γίνεται με μια πλειοψηφία πολύ τελειοποιημένων και εξε­ζητημένων εργαλείων, εργαλεία που μπορεί να ελέγχει κάθε άτομο ή ομάδα αλλά που δεν μπορούν να κατασκευαστούν στην κλίμακα της ομάδας ή της κοινότητας. Για παράδειγμα, οι μικροϋπολογι­στές και τα περιφερειακά τους, ακόμα και τα ποδήλατα ή τα συστα­τικά στοιχεία ενός ηλιακού θερμοσίφωνα (και πολύ περισσότερο μιας ηλιακής μπαταρίας), απαιτούν ένα καταμερισμό εργασίας στην κλίμακα μιας χώρας ή μιας ηπείρου. Χρειάζεται μια ιδιαίτερα εξελιγμένη λεπτή μεταλλουργία, όργανα οπτικά, λεπτής χημείας, ηλεκτροχημείας, εργοστάσια για ρουλεμάν με τις ειδικές μηχανές τους, κλπ.

Κανένα άτομο και καμιά ομάδα δεν μπορεί να ελέγχει το σύνολο των γνώσεων και των τεχνολογιών που χρειάζονται για να κατα­σκευαστεί ένα ποδήλατο ή ένα μικρό ρομπότ. Επομένως, για να διατίθενται αυτά τα εργαλεία, χρειάζονται μονάδες παραγωγής και άνθρωποι ειδικευμένοι στην κατασκευή και τον σχεδιασμό των κομματιών και των οργάνων που δεν έχουν σαν τέτοια κάποια αξία χρήσης: για παράδειγμα, μονάδες μνήμης ή αλυσίδες ποδηλάτων. Συνεπώς, ο έλεγχος του τελικού προϊόντος αναπόφευκτα τους δια­φεύγει. Παράγουν για ένα ευρύτερο σύνολο πάνω στο οποίο, κατά την εργασία τους, δεν έχουν κανένα έλεγχο. Αυτή η εργασία μπορεί να παρουσιάζει όψεις περιορισμένης αυτονομίας, μπορεί να είναι έξυπνη, όχι δυσάρεστη, κλπ., αλλά δεν θα γίνει ποτέ αυτόνομη δρα­στηριότητα. Προορίζεται εξαρχής για την αγορά και όχι για ανθρώ­πους με τους οποίους έρχεται κανείς σε σχέση. Μ’ αυτό θέλω να πω πως θα αμειφθεί ανάλογα με την αξία της, με την έννοια που δίνει ο Μαρξ: ανταλλάσσονται ώρες εργασίας και όχι αξίες χρήσης. Για τις ώρες δουλειάς μου εισπράττω ένα μισθό που, αν καταργηθεί η εκμετάλλευση, θα μου επιτρέψει να αγοράσω πράγματα που αντι­προσωπεύουν τόσες ώρες εργασίας όσες εργάστηκα. Έτσι λοιπόν οι εμπορευματικές σχέσεις δεν καταργούνται, ούτε η αλλοτρίωση του μισθού, ούτε ο εξωτερικός προσδιορισμός της φύσης και των ιδιαιτεροτήτων των προϊόντων τα οποία βοηθάω να παραχθούν. Ο σοσιαλισμός δεν αλλάζει τίποτε σ’ αυτό. Στην καλύτερη περίπτω­ση μπορεί να επιτρέψει στους εργαζόμενους να αυτοκαθορίσουν τις συνθήκες εργασίας με την ευρύτερη έννοια.

Έτσι λοιπόν, η σφαίρα της αυτονομίας, στην πράξη, αφαιρείται πάντα από τη σφαίρα της κοινωνικοποιημένης ετερόνομης παρα­γωγής. Γιατί χάρη στην αποτελεσματικότητα, την παραγωγικότητα της τελευταίας μπορούμε να έχουμε στη διάθεσή μας εργαλεία και χρόνο που να επιτρέπουν μια αυξανόμενη αυτονομία και ένα μεγά­λο πλούτο και ποικιλία δυνατών δραστηριοτήτων. Δίχως τη σφαίρα της κοινωνικής παραγωγής με τον καταμερισμό εργασίας που απαι­τεί και τις σχετικά μεγάλες και σύνθετες μονάδες παραγωγής, θα έπρεπε να δουλεύουμε πολύ περισσότερο για να παράγουμε το απο­λύτως αναγκαίο.

Ποιά θα ήταν όμως η φύση αυτής της εργασίας; Δεν θα ήταν ακριβώς περισσότερο αυτόνομη;

Και ναι και όχι. Στην αγροτική-βιοτεχνική κοινωνία, οι άνθρω­ποι ήταν πιο αυτόνομοι στον βαθμό που έλεγχαν τον χρόνο τους, τον ρυθμό της εργασίας τους και τις μεθόδους της. Ωστόσο αυτή η αυτονομία δεν βιωνόταν σαν τέτοια εφόσον εργάζονταν από τα χαράματα μέχρι το δειλινό για να παράγουν τα μέσα διαβίωσής τους, συχνά χωρίς κανένα περιθώριο ασφαλείας. Ο ευεργετικός χαρακτήρας που έχουν σήμερα οι αυτόνομες δραστηριότητες που διεξάγονται με συμβιωτικές τεχνολογίες, βρίσκεται στο ότι μας ξεκουράζουν από την ετερόνομη εργασία και έχουν δημιουργικό ανατρεπτικό χαρακτήρα: σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η μεγάλη εμπορευματική παραγωγή, οριοθετούμε νησίδες που συνιστούν ε­ναλλακτικά πολιτιστικά και κοινωνικά πρότυπα. Αν αυτά τα πρότυ­πα ήταν κυρίαρχα, αν είμαστε από το νόμο υποχρεωμένοι να δου­λεύουμε κύρια με ήπιες τεχνολογίες σε οικιακή ή κοινοτική κλίμα­κα, δεν θα το θεωρούσαμε αυτό ούτε δημιουργικό ούτε ευεργετικό.

Η συνέχεια στο δεύτερο μέρος.

*H συνέντευξη  του Αντρέ Γκορζ δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Αυτοδιαχειρίσεις, τεύχος 8/9, την άνοιξη του 1982 και  πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία των Ολιβιέ Κορπέ, Ζοσλίν Γκοντέν, Μίκαελ Γκρουπ και Μπρούνο Ματέι. Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Οι δρόμοι του Παραδείσου που κυκλοφόρησε το 1986 από τις εκδόσεις Κομμούνα. Τη μετάφραση έκανε η Χριστίνα Σταματοπούλου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου